"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΜΑΤΘΑΙΪΚΩΝ ΠΛΑΝΩΝ (Μέρος Β΄)


(ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ)


Περί τῶν ὃρων «δυνάμει» καί «ἐνεργείᾳ»

   Διεξερχόμενοι πλεῖστες ἀναφορές ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων περί τῶν ὃρων «δυνάμει» καί «ἐνεργείᾳ», διαπιστώσαμε σέ πολλές μία σύγχυση προερχόμενη ἐκ τοῦ τρόπου θεωρήσεως τῶν ὃρων ὡς ἑξῆς:
α. Ὃτι οἱ ὃροι δέν ἒχουν ἐφαρμογή περί τά θεῖα.
β. Ὃτι «ἐν δυνάμει» αἱρετικός εἶναι ἐκεῖνος πού ἒχει τήν αἳρεση μόνο στό νοῦ του, «ἐνεργείᾳ» δέ λέγεται ὃταν τήν κηρύσσει καί δημοσίως.
   Στήν πρώτη περίπτωση ὁ λόγος ἀληθεύει ὃταν προσπαθεῖ νά ἑρμηνεύσει τό Τριαδολογικό ἢ τό Χριστολογικό δόγμα, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατο καί ἀσφαλῶς ὂχι ἀκίνδυνο.
   Στή δεύτερη ἀληθεύει ὡς ἀτομική πεποίθηση τῆς αἱρετικῆς θέσεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ πλανωμένου, σέ ἀναφορά μέ τήν δραστηριότητά του νά τήν μεταδώσει καί σέ ἂλλους πιστούς.
   Οἱ περιπτώσεις αὐτές μᾶς εἶναι ἀδιάφορες, ἀφοῦ τό ζητούμενο στήν ὑπόθεσή μας εἶναι ἡ θεώρηση τοῦ αἱρετίζοντος (κληρικοῦ ἢ λαϊκοῦ) ἀναφορικά μέ τό Κανονικό Δίκαιο, τό ὁποῖο προαπαιτεῖ τήν σύσταση ἁρμοδίου διαδικαστικοῦ ὀργάνου προκειμένου νά τόν ἐξετάσει ἐάν ἀληθεύει ἢ ὂχι καί νά ἐπιβάλλει κατ’ αὐτοῦ τό ἐπιτίμιο πού προβλέπουν οἱ Κανόνες ἐπί τῶν παραβάσεων. Δύναται ὃμως τό ἁρμόδιο τοῦτο δικαστικό ὂργανο νά ὑπάρχει μέν, ἀλλά νά μήν ἐφαρμόζει τήν προσταγή, εἲτε γιά λόγους οἰκονομίας, εἲτε γιά λόγους ἀδυναμίας (λ.χ. ἓνεκα πολιτικῆς ἢ ἐκκλησιαστικῆς ἀκαταστασίας). Δύναται ἐπίσης νά συσταθεῖ μέν ἀλλά λόγῳ ὑποδικίας ἐπί αἱρέσει, αὐτοῦ τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων νά μην ὀρθοτομεῖ τήν ἀλήθεια, γεγονός πού ἒχει νά μᾶς ἐπιδείξει φορές ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
   Ὁ παραβάτης κληρικός λοιπόν κάποιου  κανόνα, ὁ ὁποῖος κανόνας ὁρίζει πάντοτε κάποια συγκεκριμένη ποινή ὃταν παραβαίνεται (λ.χ. καθαίρεση), μέχρι νά ἐφαρμοσθεῖ ἐπ’ αὐτοῦ, ὑπό τοῦ αὐθεντικοῦ ἁρμοδίου ὀργάνου ἡ προσταγή τοῦ κα­νόνα, θεωρεῖται ὡς ὑπόδικος ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου τοῦ δικαστικοῦ ὀργάνου, δηλ. τῆς συνόδου τῶν ζώντων ἐπισκόπων. Ἡ ἐπιστημονική(1) ἒκφραση τῆς ὑποδικίας αὐτῆς εἶναι ὃτι ὁ παραβάτης κληρικός θεωρεῖται ἐν δυνάμει καθηρημένος.
   Ἐάν ἡ παράβαση γίνεται σέ δογματικό ζήτημα, δηλαδή ἒχουμε αἳρεση, τότε θεωρεῖται ἐν δυ­νάμει αἱρετικός (ὡς ἀκαθαίρετος ὑπό τῆς συνόδου). Γιά ἰάσιμο ἐκκλησιαστικό ζήτημα, θεωρεῖται ἐν δυνάμει σχισματικός.
   Ἀντίστοιχα ὃταν ὁ κληρικός καθαιρεθεῖ ὑπό τῆς συνόδου θεωρεῖται ἐν ἐνεργείᾳ καθηρημένος, ἐν ἐνεργείᾳ αἱρετικός ἢ σχισματικός.
   Ἐάν ἐκληφθεῖ ἡ ἂλλη ἐκδοχή (βλ. β’ περίπτωση), ὃτι οἱ ἂκριτοι αἱρετικοί ἢ σχισματικοί εἶναι ὂχι δυνάμει ἀλλά ἐνεργείᾳ, τά ἐπακόλουθα αὐτῆς ἒρχονται σέ ἀπ’ εὐθείας σύ­γκρουση μέ τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν προτρεπτική ἰδιότητα τῶν ἱερῶν κανόνων πού προστάζουν τήν μετέπειτα σύνοδο τῶν ζώντων ἐπισκόπων νά ἐκδικάσει τούς ὑποδίκους. «Οἱ κανόνες προστά­ζουν τήν σύνο­δον τῶν ζώντων ἐπισκόπων, νά καθαίρουν τούς ἱερεῖς, ἢ νά ἀφορίζουν ἢ νά ἀναθεματίζουν τούς λαϊκούς, ὁποῦ παραβαίνουν τούς Κανόνας» λέγει ξεκά­θαρα ὁ ἃγιος Νικόδημος. Καταργεῖται ἐπίσης ἢ ἀπαξιώνεται ὁ θεσμός τοῦ συνοδικοῦ συστήματος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἁρμόδιο δικαστικό ὂργανο αὐτῆς καί «θεσμοθετεῖται» ἡ τελείως ἀνεδαφική καί ἀπονενοημένη αὐτενεργός (!) ποινική ἀξίωση τῶν ἱερῶν κανό­νων.
   Ἐάν δέν ὑφίσταται ἡ ἐν δυνάμει καθαίρεση τοῦ ψευδοκληρικοῦ, τότε οὒτε περί ὑποδικίας μπορεῖ νά γίνει λόγος οὓτως ὣστε νά ἐπισπευθεῖ ἡ καθαίρεσή του. Μᾶλλον, οὒτε πρόκειται νά καθαιρεθεῖ (ἀφοῦ δέν θά θεωρεῖται ὑπόδικος), ὁπότε παραμένει ἐλεύθερος στόν θρόνο του καί ἀπτόητος.
   Ἐάν ἐπίσης δέν ὑφίσταται τό δυνάμει αἱρετική(2) περί τῆς ἱεραρχίας μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὃταν αὓτη παρεκτρέπεται σέ αἳρεση, τότε οἱ ἐπίσκοποι αὐτοί οὒτε καί ὑπόδικοι ἐνώπιον τῆς μελλούσης μείζονος συνό­δου θεωροῦνται. Ἂρα οὒτε δικάζονται, ὁπότε συνεχίζουν ἐλεύθεροι καί ἀνενόχλητοι νά λυμαίνο­νται τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας.
    Αὐτές εἶναι οἱ ἂτοπες συνέπειες τῶν ἀμφισβητήσεων τῶν ὃρων τού­των. Καί ὃμως οἱ ἐνιστάμενοι αὐτοί ἐπιμένουν ἀκόμα καί σήμερα, μή ἀντιλαμβανόμενοι ὃτι εἶναι ἀδύνατο νά συμβιβασθεῖ ἡ ἀδόκιμη θεωρία τους μέ τή πράξη τῶν ἁγίων συνόδων. Ἐπί τέλους πότε θά κατανοήσουν ὃτι αὐτές οἱ ἀδυναμίες εἶναι ἡ «ἀχίλλειος πτέρνα» τῶν ἐνισταμένων πα­λαιοημ/τῶν, καί ὃτι οἱ ἀντίδικοι νεοημ/τες καί μνημονευτές ἀγιορεῖτες ἐκμεταλλεύθηκαν καί ἐκμεταλλεύονται(3) κατά κόρον αὐτές γιά νά ρίξουν στάχτη στά μάτια τῶν καλο­προαιρέτων νεοημ/τῶν;
   Μιά ἁπλή ἀνάγνωση στό ἀπαράδεκτο βιβλίο τοῦ π. Ἐπιφ. Θεοδωροπού­λου «Τά δύο ἂκρα» εἶναι ἱκανή νά πείσει τούς πάντες περί τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων. Ἐκεῖ ὀρθά μέν λέγει περί τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὃτι εἶναι τό ἓνα ἂκρο, ἀλλά ἡ θέση του περί τῶν ἐνισταμένων γενικῶς ὡς τοῦ ἂλλου ἂκρου, εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἂστοχη καί ἀπορριπτέα. Ὃμως εἶχε ὑπ’ ὂψιν του τήν ἀδόκιμη θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ. Ἀλλά ἐκεῖνο τό ὁποῖο διέφυγε τόν π. Ἐπιφάνιο εἶναι ὃτι ἡ δυνητικότητα πού ὑποστήριξε ὁ ἲδιος καί ὁ αὐτοματισμός ἀποτελοῦν τά δύο ἑρμηνευτικά ἂκρα τοῦ ιε’ κανόνα τῆς ΑΒ’ συνόδου. Δύο θεωρίες ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες. Ἀποδεχόμενοι τήν πρώτη ἐφησυχάζουμε ἀκόμη καί στίς πιό καταφανεῖς προδοσίες τῆς ὀρθοδόξου πί­στεως, ὑπ’ αὐτῶν τῶν προκαθημένων ἐπισκόπων καί πρεσβυτέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποδεχόμενοι τήν δεύτερη ἀναθεματίζουμε καί καταδικά­ζουμε στόν πνευματικό θάνατο, ἐκτός τῶν ὑπευθύνων κληρικῶν καί τῶν ἐν γνώσει κοινωνούντων αὐτούς πρό συνοδικῆς καταδίκης αὐτῶν, καί πολλούς ἀνευθύνους οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν αὐτούς καλῇ τῇ πί­στει χωρίς νά γνωρίζουν ἢ ἒχουν κατανοήσει τήν κατακριτέα πορεία τους. Καί ἀσφαλῶς μᾶς ἀφαιρεῖται τό δικαίωμα νά ἐπικαλούμαστε ὡς ἐνιστάμενοι τόν ιε’ κανόνα, διότι ἡ ἀποδοχή τῆς θεωρίας τοῦ αὐτοματισμοῦ εἶναι ἀντιφατική μέ τόν ὃρο «ἐνιστάμενοι». Ἐπιπλέον προκαταλαμβάνουμε ἁρμοδιότητες πού ἀνήκουν μόνο σέ μείζονα σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι «ὁ ἒσχατος κριτής πά­ντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων, καί εἰς αὐτήν ἀναβιβάζεται ἃπασα ἒκκλητος»(4).
    Ἀποτελεῖ δέ τό πλέον ἀτοπώτερο, ὃτι τό ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικό δικαστικό ὂργανο, δηλ. ἡ σύνοδος τῶν ζώντων ἐπισκόπων, ἡ ὁποία προστάζεται ἀπό τούς κανόνες πού παραβαίνονται νά ἐκδικάσει τούς πα­ραβάτες, χάνει τήν δικαστική ἁρμοδιότητά του καί δέν ἒχει λόγον ἡ σύγκλησή του. Ὃμως μή δυνάμενοι νά ἀντιπαρέλθουν τήν σύ­σταση τόσων συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, τοπικῶν καί οἰκουμενικῶν, τήν ἑρμήνευσαν λέγοντες τά ἑξῆς ἐξωπραγματικά καί ἐξωφρενικά!!! «Ὃτι ἡ σύνο­δος θά ἒλθει νά κατονομάσῃ τήν αἳρεση» καί ὃτι «ἡ ἀπόφασις τῆς συνόδου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ διαπίστωσις ὃτι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀπόφασις εἶναι ἢδη ἐκτός Ἐκκλησίας»(5). (sic)
   Ἐρωτοῦμε λοιπόν αὐτούς εὐθέως. Ὣστε ἐάν συγκληθεῖ εὐδοκίᾳ Θεοῦ μία Πανορθόδοξη σύνοδος γιά νά δικάσει τόν σημερινό οἰκουμενισμό, θά συγκληθεῖ μόνο γιά νά τόν κατονομάσει; Καί τί ἒχουν νά φοβηθοῦν οἱ οἰκουμενιστές ἀπό μία τέτοια σύνοδο; Ποιός θά τούς καθαιρέσει ἀπό τούς θρόνους τους καί θά τούς ἀπελάσει ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Καί ἐάν γίνει ἡ καθαίρεση ἢ ὁ ἀφορισμός αὐτῶν ὑπό τῆς συνόδου θά εἶναι ἡ «διαπίστωσις ὃτι εἶναι ἢδη ἐκτός Ἐκκλησίας»; Τότε ἀπό ποῦ θά καθαιρεθοῦν ἢ θά ἀφορισθοῦν;
   «Οὐδείς αἱρετικός κινδυνεύει ἐκ τῶν γεγραμμένων καί εἰς τό Πηδά­λιον εὑρισκομένων ἱερῶν Κανόνων, ἐάν δέν ὑπάρχει ζῶσα Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ἡ ὁποία καί θά ἐφαρμόσει αὐτούς»(6). Θά ἐφαρμόσει αὐτούς σέ παρεκτραπέντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ὂχι νά διαπιστώσει ὃτι «εἶναι ἢδη ἐκτός Ἐκκλησίας». Ὃλες οἱ τοπικές καί Οἰκουμενικές σύνοδοι, πρῶτα διέ­γνωσαν τίς αἱρέσεις ἢ τά σχίσματα, ὓστερα τίς κατέγνωσαν (κατεδίκα­σαν) καί τέλος καθαίρεσαν ἢ ἀπέλασαν τούς αἱρετικούς ἢ σχισματικούς ἐκ τῆς Ἐκκλησίας· καί δέν τίς κατο­νόμασαν ἁπλά ἒτσι καί ἐλλειμματικά.
   Ποιός νουνεχής ἂνθρωπος θά περίμενε νά δικασθεῖ ἢ μᾶλλον νά φυλακισθεῖ, λ.χ. ὁ φονιάς τοῦ υἱοῦ του, ἀπό τόν νόμο καί μόνο, χωρίς τήν δι­αμε­σολάβηση τοῦ εἰσαγγελέα, τῶν δικαστῶν καί τῶν λοιπῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς δημοσίας τάξεως; Ἡ δέ ἁγία Γραφή διά στόματος τοῦ Νικο­δήμου προειδοποιεῖ· «Μή ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τόν ἂνθρωπον, ἐάν μή ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καί γνῷ τί ποιεῖ;» (Ἰω. ζ΄ 51)
   Ἂς ἀναλογισθεῖ ὁ καθένας πόση εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων πού πρεσβεύουν αὐτή τήν πλάνη καί ἐνεργοῦν ἀνάλογα, ἀκόμα καί γιά μία ψυχή «ὑπέρ ἧς Χριστός ἀπέθανε». Ἡ ὁποία θεωρεῖ μέν ὃτι εἶναι σωστό νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν οἰκουμενίζουσα νεοημ/κή Ἐκκλησία, ἀλλά δυ­σκο­λεύεται νά προσέλθει σέ κάποια παράταξη τῶν παλαιοημ/τῶν, καί μόνο πού ἀκούει ὃτι θά τόν ἀναβαπτίσουν ἣ θά τόν ἀναμυρώσουν. Ἀφήνουμε τό πῶς οἰκονομοῦνται τά ὑπόλοιπα μυστήρια. Ἡ συνέπεια τῶν λόγων τους ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον καί αὐτῶν τήν ἐπανάληψη. Καί τόσα ἂλλα ἂτοπα, ἐπακόλουθα τῆς θεωρίας τους.

   Περί τοῦ Α’ Κανόνος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
   «...εἲ τις Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας, ἀποστατήσας τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, προσέθετο τῷ τῆς ἀποστασίας συνεδρίῳ ἢ μετά τοῦτο προστεθείη, ἢ τά τοῦ Κελεστίου ἐφρόνησεν ἢ φρονήσει, οὗτος κατά τῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἢδη ὑπό τῆς Συνόδου ἐκβεβλημένος καί ἀνενέργητος ὑπάρχων. Ἀλλά καί αὐτοῖς τοῖς τῆς Ἐπαρχίας Ἐπισκόποις καί τοῖς πέριξ Μητροπολίταις... ὑποκείσεται, εἰς τό πάντῃ καί τοῦ βαθμοῦ τῆς Ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι».
   Περί τῆς ἰδίας ὑποθέσεως διαλαμβάνουν καί οἱ β΄, γ΄, δ΄ κανόνες τῆς ἰδίας Συνόδου.
   Ἀδυνατοῦμε νά παρατρέξουμε τήν ἑρμηνευτική κακοποίηση τούτου τοῦ κα­νόνα ἀπό τόν γνωστό συγγραφέα τῆς (Ἀ)συμφωνίας, γιά τόν λόγο ὃτι πα­ρερμη­νευόμενος θεωρήθηκε ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος τῆς θεωρίας τῆς ἀπωλείας τῆς χάρι­τος τῶν μυστηρίων τῶν ἀκρίτων αἱρετικῶν.
   Ἀφοῦ ἡ Τρίτη Οἰκουμενική σύνοδος καθαίρεσε καί ἀναθεμάτισε τόν δυσσεβῆ Νεστόριο «μετά τρεῖς ἡμέρας ἦλθε καί ὁ Ἀντιοχείας Ἰωάννης αὐτός μετά Θεοδωρήτου καί Ἲβα, καί τριάκοντα ἐπισκόπων, οἳτινες ἢ λυ­πηθέντες δι­ατί δέν ἒμεινε τόν ἐρχομόν τους ἡ Σύνοδος (ἢ καί διατί εἶχον φιλίαν μέ τόν Νε­στό­ριον) ἐκατηγόρησαν τήν τοῦ Νεστορίου καθαίρεσιν ὡς μή εὒλογον»(7). Ἒφθασαν σέ τόση ρήξη μεταξύ τους πού μέ συνοδικές ἀποφάσεις «ἐκάθηραν τούς περί τόν Κύριλλον» καί «οἱ περί τόν ἃγιον Κύριλλον ἐκάθηραν τούς περί τόν Ἰωάννην»(7).
        Σ’ αὐτή ἀκριβῶς τήν ὑπόθεση ἀναφέρεται ὁ κανόνας καί συγκε­κριμένα ὀνομάζει «συνέδριον ἀποστασίας» τήν παράνομη σύνοδο τοῦ Ἰωάννου Ἀντιοχείας μαζί μέ τούς περί αὐτόν τριάκοντα ἐπισκόπους. Σαφῶς ὁ κανόνας ἀποτείνεται πρός τούς τῆς ἐπαρχίας ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ἐκείνους πού δέν ἦταν παρόντες στήν Γ΄ Οἰκουμενική σύ­νοδο. Ὁ ὁποῖος δηλοποιεῖ πρός αὐτούς ὃτι· «ὃποιος Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας συνετάχθη ἢ καί στό μέλλον θά συνταχθεῖ μέ αὐτούς πού κατε­δίκασε ἡ Οἰκουμενική Σύνο­δος» δηλαδή τούς περί τόν Ἰωάννην ἐπισκόπους τοῦ ἀποστατικοῦ συνεδρίου, αὐτός δέν ἒχει καμμία ἐξουσία «νά πράξῃ τι κακόν κατά τῶν Ἐπισκόπων (τῆς ἐπαρχίας του), ἢ καί κατά τῶν λαϊκῶν, τῶν ὀρθοδόξων δηλαδή, μέ τό νά ἒγινεν ἀπόβλητος ἀπό τήν Σύνοδον ταύτην κάθε ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί ἱεροπραξίας, καί μέ τό νά ἒχῃ νά γίνεται πάντη ἀπόβλητος εἰς τό ἑξῆς τοῦ τῆς Ἐπισκοπῆς βαθμοῦ, καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, καί τούς πέριξ ὂντας Μητροπολί­τας»(8).  Γνωστοποιεῖ δηλαδή ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνο­δος στούς τότε μή παρόντες ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, νά ἀποστασιοποιηθοῦν ἀπό τόν μητροπολίτη πού συντάχθηκε ἢ θά συνταχθεῖ μέ τήν παράνομη σύνοδο τοῦ Ἰωάννου Ἀντιοχείας διότι ὁ μητροπο­λί­της αὐτός, μέ ἀπόφασή της, στε­ρήθηκε τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί ἱεροπραξίας, θέτο­ντάς τον σέ ἀργία. Καί δέν ἀναφέρεται ὃπως λανθασμένα σημειώνει ὁ συγγρα­φέας, στήν ὁριστική καί τετελεσμένη ἀποβολή αὐτοῦ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας «ἂνευ ἀνάγκης ἀποφάσεως ἑτέρας Συνόδου»(9). Ὁλόκληρη ἡ φράση εἶναι «τό τονιζό­μενον λεπτόν σημεῖον τοῦ ἱεροῦ κανόνος ἂνευ τοῦ ὁποίου ἀδύνατον εἶναι νά δοθῇ ὀρθῶς ἡ ἑρμηνεία»(9)  καί ὂχι ἀπομονωμένο τό λῆμμα «ἐντεῦθεν ἢδη», ὃπως διαλαμβάνει ὁ ἲδιος ἑρμηνεύοντας τελικά τόν κα­νόνα μέ περίσσεια συμ­φεροντολογική σκοπιμό­τητα.
       Ἡ δέ ἀνάγκη καθαιρέσεως δι’ «ἀποφάσεως ἑτέρας Συνόδου» τονίζεται σα­φέ­στατα στή συνέχεια τοῦ κανόνα· «Άλλά καί αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόποις καί τοῖς πέριξ Μητροπολίταις τοῖς τά τῆς ὀρθοδοξίας φρονοῦσιν ὑποκείσεται, εἰς τό πάντῃ καί τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι». Ὃπου ἡ ἐνέργεια τοῦ μελλοντικοῦ ρήματος «ὑποκείσεται» εἶναι ἀδύνατη καί ἀνυπόστατη ἐάν ἑρμηνεύσουμε τό «ἐντεῦθεν ἢδη» κατά τόν συγγραφέα. Οὒτε πάλι μπορεῖ νά ταυτισθεῖ μέ αὐτό, οὐσιαστικά ἀνῆκον στό πα­ρελθόν, ἐάν λάβουμε ὑπ’ ὂψιν τόν ἃπαξ ὑπό τῆς Γ΄ συνόδου ἐκδοθέντα κανόνα. Ἑπομένως ἡ ἐνέργεια τοῦ «ὑποκείσεται» παραπέμπει στόν ἐνδεικνυόμενο ἀπό τόν κανόνα «πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἢδη ἐκβεβλημένον καί ἀνενέργητον ὑπάρχοντα», ὡς ὑπόδικο (τρίτο πρό­σωπο), μετά τήν ἒκδοση τοῦ συγκε­κριμένου κανόνα, πρός ὁριστική καί τελε­σίδικη καθαίρεση ἐκ «τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς» ὑπ’ «αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόποις καί τοῖς πέριξ Μη­τροπολίταις».
        Ἐπίσης τό «εἰς τό πάντῃ» ἀναφέρεται στό «ὑποκείσεται» καί προσι­διάζει ἑρμηνευόμενο, ὡς ἐπί τρόπου·(10) «ὑποκείσεται» δηλαδή κατά πάντα τρόπον, πα­ντοιοτρόπως, καί δέν συμφωνεῖ μέ κανένα τρόπο ὁ ἃγιος Νικό­δημος μέ τόν συγγραφέα. Διότι τό «τετελεσμένον γεγονός»(11) τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ ἐκβολή «ἂνευ ἀνάγκης ἀποφάσεως ἑτέρας Συνόδου»,  ὃπως λέγει ὁ ἲδιος ἐννοῶν βέβαια σύμφωνα μέ τό φρόνημά του τήν αὐτενεργό καθαίρεση ἀπό τόν κανόνα τοῦ ἀποστατήσαντος κληρικοῦ. Ἀλλά τήν ὑπό τῶν «τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόπων», δηλαδή διά ζώσης συνόδου, καθαίρεση τοῦ ἀποστατήσαντος ἐκ «τοῦ βαθμοῦ τῆς Ἐπισκοπῆς» μή δυνάμενος νά ἀντιπαρέλθει καί περισφιγγό­μενος ἀπό τήν ἀκρίβεια τοῦ κανόνα ἒπρεπε ὁπωσδήποτε νά βρεῖ κάποια διέ­ξοδο. Καί θαυμάστε! «Θά συνέλθουν» λέ­γει, «προκειμένου νά ἐπικυρώσουν τήν ὁλοκληρωμένην καί τελικήν ἒκπτωσιν τοῦ Μητροπολίτου ἐκ τοῦ θρόνου του...»(12). Δηλαδή ἐννοεῖ νά ἐπικυρώσουν τήν καθαίρεση, τήν ὁποία γιά νά προ­σπεράσουν οἱ ἀναγνῶστες του «ἀβρόχοις ποσί», καθότι ἡ καθαίρεση ὡς πράξη εἶναι ἀκόμη ἀτέλεστος(13), τήν μετονόμασε «ὁλοκληρωμένην καί τελικήν ἒκπτωσιν».       
   Πράγματι λοιπόν ἡ ἑρμηνευτική αὐτή εἶναι πέρα γιά πέρα ἂστοχη. Κατα­λήγει δέ σέ ἐναντίωση τοῦ πνεύματος τοῦ ἱεροῦ κανόνα, ὁ ὁποῖος δίνει χρόνο στόν αἱρετίζοντα ἢ τόν κοινωνοῦντα μέ αὐτόν νά μετανοήσει γιά τήν πτώση του, μέ­χρι νά ἀποβληθεῖ ὁριστικά καί τελεσίδικα πλέον «τοῦ τῆς ἐπισκοπῆς βαθμοῦ», ἢδη εἲπαμε, ὂχι δυνάμει τῆς ἰσχύος τοῦ κανόνα ὁ ὁποῖος ὁρίζει μόνο τήν ποινή, ἀλλά ὑπό τῆς συνόδου τῶν ζώντων ἐπισκόπων.
        Τό αὐτό πνεῦμα τῆς φιλανθρωπίας διαφαίνεται σέ ὃλους τούς ἱερούς κανό­νες, ὃσοι ἒχουν προστακτικό χαρακτῆρα καί ὁρίζουν συγκεκριμένες ποινές πρός τούς παραβαίνοντες αὐτούς. Ἀντιθέτως ἡ ἂστοχη αὐτή ἑρμηνευτική ἀποδιώκει τό φιλάνθρωπο πνεῦμα τῶν κανόνων ἢ μᾶλλον τῶν ἁγίων πατέρων τῶν συντα­ξάντων αὐτούς, καταργεῖ τήν προστακτική ἰδιότητα αὐτῶν πρός τή σύνοδο τῶν ζώντων ἐπισκόπων, χωρίς τήν ὁποία σύ­νοδο «ἀργοῦσιν οἱ νόμοι μή διεκδικούμε­νοι», κατά τόν ἃγιο Χρυσό­στομο, καί παραμένουν οἱ ὑπεύθυνοι στό διηνεκές ἀτιμώρητοι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 1. Ὁ χαρακτηρισμός τῶν ὃρων ὡς ἐπιστημονικῶν χρησιμοποιήθηκε ὑπό τοῦ πρ. Φλωρί­νης. Ἐξ ὁρισμοῦ καί μόνον ὁ χαρακτηρισμός αὐτός δηλώνει ἀβίαστα τό ἀλάνθαστο καί ἀμετάθετο τοῦ ζητήματος περί τοῦ ὁποίου ἀναφέρονται.
«Ἐπιστήμη ἐστίν ἡ τῶν καθόλου ἂπταιστος γνῶσις καί ἀμετακίνητος. Ἀπταίστως γάρ γι­νώσκει τά γινωσκόμενα, διά τό αὐτῶν ἂρρευστόν τε καί ἀναλλοίωτον» (Ν. Βλεμμίδη P.G. 712 Κεφ.Γ΄θ).
«Ἐπιστήμη εἶναι τό ἐπίστασθαί τι καλῶς». (Λεξικόν Ἰ. Σταματάκου).
2. Ὃπου ἀναφερόμαστε περί μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὃτι εἶναι δυνάμει σχισματική ἢ αἱρετική, ἢ ἁπλῶς αἱρετίζουσα ἢ οἰκουμενίζουσα, πάντοτε ἐννοοῦμε ὃτι ἐκπεσόν εἶναι τό Ἱερατεῖο της καί ὃσοι κοινωνοῦν μέ αὐτό. Στό προκείμενο θέμα ἡ ἱεραρχία εἶναι ὑπεύθυνη καί ὑπόδικη, καί δέν χαρακτηρίζεται ἡ τοπική αὐτή Ἐκκλησία αἱρετική ψευδο­εκκλησία, ὃπως ἀδιακρίτως μεγαλορρημονοῦν καί βλασφημοῦν σήμερα ἀρκετοί ἐκκλησιαστικοί ἐπικριτές.    
3. «Ἐπειδή γάρ οὐκ ἐν τοῖς ἑαυτῶν δόγμασιν ἒχουσι τήν ἰσχύν, ἐν τοῖς ἡμετέροις σαθροῖς ταύτην θηρεύουσι, καί διά τοῦτο, ὣσπερ αἱ μυῖαι τοῖς τραύμασιν, οὓτω τοῖς ἡμετέροις ἐπιτίθενται, εἲτε ἀτυχήμασι χρή λέγειν, εἲτε ἁμαρτήμασιν». (Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου. Λόγος θεολογικός Α’ πρός Εὐνομιανούς - Προδιάλεξις).
4. Πηδάλιον. Ὑποσημ. 2 τοῦ ζ΄ καν. τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου. – σελ.161.
5. Κ.Γ.Ο. –σελ.449.
6. Τό ἡμερολογιακόν σχίσμα δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ;
(Θεοδωρήτου Ἱερ/χου Ἁγιορείτου. 1973. σελ.6).
7. Πηδάλιον. Ὑποσημ.2 τοῦ α΄ κανόνα.
8. Πηδάλιον. Ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου.
9. Ἡ συμφωνία τῶν ἁγ. πατέρων... Σεβ/του Μακαρίου. σελ.62,63.   
10. Λεξικόν. Ἰ. Σταματάκου.
11. Ἡ συμφωνία... Στό ἲδιο.
12. Ἡ συμφωνία...  Στό ἲδιο.
13. Εἶναι σαφές ὃτι τό «τετελεσμένον γεγονός» τοῦ συγγραφέα καί τό «ὑποκείσεται» τοῦ κανόνα εἶναι χρονικά ἀσυμβίβαστα.


ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Στῶμεν καλῶς - Ἀριστοτέλους Δελήμπαση (+2007)


"Οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων οἰκουμενισταί ἀποσχίζονται ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἑνοῦνται μετά τῶν αἱρετικῶν καί ἀπάγονται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας πρός ἀπώλειαν. Οὕτω συμβάλουσιν εἰς ἑνοποίησιν "τοῦ κόσμου τούτου" (Ιω. ιθ΄ 36) μακράν τοῦ Θεοῦ καί ἐν ποικίλῃ ἀσεβείᾳ καί ἁμαρτία, ἥτις προωθεῖται ὑπό τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων. Δηλαδή ὑπό τοῦ ἀντιχρίστου Σιωνισμοῦ τῶν ἀπειθούντων εἰσέτι εἰς τόν Θεόν Ἑβραίων καί τῶν κακοποιῶν πλοκάμων τούτου. Τοῦ σκοτεινοῦ Μασονισμοῦ, τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τοῦ αἱμοσταγοῦς Μαρξισμοῦ καί τοῦ ὑλόφρονος Χιλιασμοῦ. Οὕτοι, "ὡς πύλαι ἅδου" (Ματθ. ιστ΄ 18), πολεμοῦσι τήν Ἐκκλησίαν καί ἐπιζητοῦσι τόν ἀφανισμόν τῆς σωζούσης Ὀρθοδοξίας ἀπό προσώπου τῆς γης, καθάπερ οἱ δαίμονες· "προσκαλοῦνται ἀλλήλους οἱ δαίμονες", λέγει ὁ Μ. Αθανάσιος, "επ' ἀπωλεία ψυχῆς, πανωλεθρίαν ἡμῖν ἐπάγειν καί λήθην παραδοῡναι τόν πολυθρύλητον Ἰσραήλ (τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν)" (ΒΕΠΕΣ, 32, 198).
 Οἱ Ὀρθόδοξοι δέον νά γνωρίζωμεν τήν προειδοποίησιν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅτι ὁ Ἀντίχριστος θά ἐπιβληθῆ ἐν τέλει "καί εἰς τάς ἀπανταχοῦ Ἐκκλησίας" (PG. 62, 482). Διό "στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου" Θεοῦ (Θ. Λειτουργίας). Χάριν τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας ἡμῶν ἐπιβάλλεται νά ἀποχωριζώμεθα ἐκ τῶν ἀποσχιζομένων ἀπό τῆς Ἐκκλησίας οἰκουμενιστῶν, κἄν ἐπίσκοποι, κἄν πατριάρχαι εἰσίν οἱ δυστυχεῖς οὕτοι, ὡς ὁρίζει ὁ Θεός ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διά τοῦ Κανονικοῦ νόμου τῶν Ι. Συνόδων (ΙΕ΄ Κανών Πρωτοδευτέρας Ι. Συνόδου). Νά ἐμμένωμεν δέ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἑδραιούμενοι ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ, ἐνισχυόμενοι ἐν τῇ πίστει καί ἑνούμενοι εἰς "παρεμβολήν Θεοῦ" ζῶντος (Γεν. λβ΄ 1). Διά τοῦ λόγου τῶν ἁγίων Πατέρων· διά μετανοίας ἀξιολόγου· δι' ὁμολογιακῆς ἀποκηρύξεως πασῶν τῶν αἱρέσεων· δι' ἐπιγνώσεως τῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν ἐν τῇ θείᾳ λατρείᾳ, τῇ συμφώνω πρός τήν πατρώαν ἑορτολογικήν τάξιν".

("ΚΑΛΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ", αρ. 25, 1-5-1980)

Τεθολωμένα καὶ δηλητηριώδη ὕδατα (Περὶ Ψυχολογίας) - Μέρος Γ΄ (Τελευταίον)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)



Διαδικτυακοῦ ἀνωνύμου σχολιαστοῦ.
...Ο Καρλ Γιούνγκ έδωσε επιστημονικοφανή ορολογία στη κοσμοθεωρία του Ινδουϊσμού και τη παρουσίασε ως ανακαλύψεις για την ψυχή του ανθρώπου. Είχε μάλιστα και ένα "οικείο πνεύμα" (δαίμονας) που λεγόταν Φιλήμονας και όπως ομολογεί ο ίδιος ο Γιούνγκ διαδραμάτιζε για αυτόν το ρόλο γκουρού. (Jung Μνήμες, Όνειρα, Σκέψεις, Βιβλία Pantheon, 1963 σ.183).
   Ο Φιλήμονας ήταν ο κύριος εμπνευστής της "Ψυχολογίας του Βάθους". Ντύνουν τον Ινδουϊσμό με "επιστημονικό μανδύα" για να το περνούν πιο εύκολα μια που ο Δυτικός άνθρωπος εμπιστεύεται την επιστήμη. Λένε λόγου χάρη "η επιστήμη της γιόγκα" κλπ...


Ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ «Διάλογος» 21, 2000.
...Ας δούμε όμως τον βίο και την πολιτεία του Γιούγκ, μέσα από κείμενα της αποκρυφιστικής γραμματείας άκρως αποκαλυπτικά. Μαθαίνοντας ποιος στην πραγματικότητα ήταν ο Γιούγκ στα πλαίσια μιας καλοπροαίρετης αντικειμενικής ανάλυσης μακριά από στερεότυπα που μας έχουν επιβληθεί και λογίζονται σαν αξιώματα, ενώ αποτελούν προσωπικές απόψεις και θεωρίες βοηθούμαστε να κατανοήσουμε ένα μεγάλο μέρος του χώρου της ψυχολογίας.
   Γιούγκ, Κάρολος Γουσταύος (1875-1961). Ελβετός ψυχολόγος ο οποίος καθιέρωσε σαν αντικείμενο έγκυρης έρευνας στα πλαίσια της ψυχολογίας, διάφορες αποκρυφιστικές ιδέες [...] Σαν φοιτητής, μελέτησε διάφορες εργασίες πάνω στον αποκρυφισμό και συμμετείχε σε πνευματιστικές συνεδρίες (seances) Μεταξύ 1907 και 1913 έγινε μαθητής του Φρόιντ αλλά τελικά ακολούθησε τον δικό του δρόμο, θεωρώντας ότι ο Φρόιντ υπερεκτιμούσε τον σεξουαλικό παράγοντα και ήταν αντίθετος στις ιδέες του αποκρυφισμού [...] Μεγάλο μέρος τον πλαισίου της ψυχολογίας του Γιούγκ αναβίωνε παλαιότερες θρησκευτικές διδασκαλίες και δη της Ανατολής μέσα σ' ένα περιβάλλον σύγχρονης Δυτικής γνώσης στο χώρο της ψυχολογίας. Μία από τις θεωρίες του, η Συγχρονικότητα (Synchronicity), στηρίζεται στην Αστρολογία.

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη,
 Ψυχιάτρου, Καθηγητοῦ Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών.
(ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ Ή ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ;)
[καταχωροῦμε τὶς κάτωθι θέσεις τοῦ ἐν λόγῳ κληρικοῦ ὡς κατὰ τὴν γνώμη μας ὀρθές, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι συμφωνοῦμε μὲ ἄλλες του προσεγγίσεις καὶ θέσεις, ποὺ εἶναι δηλητηριασμένες ἀπὸ τὴν σύγχρονη Ψυχολογία]

... καμιά ανθρώπινη μέθοδος δεν μπορεί να θεραπεύσει την αιτία του κακού, τη ρίζα της ανθρώπινης νοσηρότητας, δηλαδή την αμαρτία, αφού δεν έχει ούτε την εξουσία, ούτε το δικαίωμα, ούτε και τη δυνατότητα του «δεσμείν και λύειν», του «αφιέναι αμαρτίας».
... Ο πνευματικός ακούει την εξομολόγηση του μετανοούντος πιστού ελεύθερος από προσχηματισμένες αντιλήψεις και ψυχολογικά ερμηνευτικά μοντέλα, προσευχόμενος και παρακαλώντας τον Θεό να τον φωτίσει και να του αποκαλύψει τη σωστή στάση και λύση στο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει.
...τα σημεία των καιρών υποδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης εγρηγόρσεως, ώστε η Εκκλησία μας να μην αποκλίνει από τη φιλοκαλική της παράδοση και την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία της, μεγέθη τα οποία καθορίζουν και τις αντιλήψεις της περί υγείας, ασθενείας και θεραπείας του πάσχοντος ανθρώπου.

Ἀρχιμανδρίτου Μαξίμου Κυρίτση.

(Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ

ΟΥΤΕ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΟΥΤΕ ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ)

[...] Ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Δὲν έχει καμμία σχέση μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιδόσεις στὴ ζωὴ αὐτή. Δὲν ἔχει καμμία πληροφορία ἀπὸ τὶς θεωρίες τοῦ κόσμου.Ἴσως πολλὲς φορὲς νὰ τὶς ξέρει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἐμπιστευτεῖ, γιατὶ οἱ θεωρίες τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ τὶς μεταλλαγές τους καὶ τὶς ἐπιπτώσεις τους. Σήμερα λένε αὐτό, αὔριο λένε τὸ ἄλλο...
[...] Πολλοὶ Πνευματικοὶ ἔπεσαν σ᾿ αὐτὴν τὴν πλάνη καὶ νόμισαν ὅτι θὰ προσφέρουν ἔργο Πνευματικὸ μὲ τὸ ν᾿ ἀκολουθήσουν γνωστικὲς μεθόδους τοῦ κόσμου. Καὶ σπούδασαν ψυχολογία καὶ σπούδασαν κοσμικὲς ἐπιστῆμες καὶ μπῆκαν μέσα στὴ διαδικασία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐφήρμοσαν μεθόδους ὄχι παραδοσιακές-ἐκκλησιαστικές, ὅπως τὶς παραλάβαμε ἀπὸ τὴν δισχιλιετὴ πεῖρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ ἐφήρμοσαν μεθόδους ἐπιστημονικὲς καὶ στὸ τέλος ἀπέτυχαν...

   Κλείνουμε μὲ μία θέσι τῆς «ψυχολόγου» Klein (μία ἀπὸ τὶς γνωστότερες «ψυχολόγους», ἡ Σχολὴ ψυχοθεραπείας τῆς ὁποίας ἀκολουθεῖται ἀπὸ πολλοὺς ψυχολόγους τῆς ἐποχῆς μας, καὶ θεωρίες της διδάσκονται στὶς Σχολὲς Ψυχολογίας), διὰ νὰ διαπιστώσετε πόσο διεστραμμένα μπορεῖ νὰ σκέπτεται ἕνας «ψυχολόγος» καὶ πόσο μᾶς δηλητηριάζουν τὸν νοῦ τέτοιες προσεγγίσεις στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ὅταν τὶς μελετοῦμε (καὶ πόσο κακὸν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐὰν αὐτὸς ποὺ τὶς μελετᾷ - καὶ πόσο μᾶλλον τὰ πιστεύει καὶ κάνει χρῆσι τῶν ψυχολογικῶν τεχνικῶν - εἶναι πνευματικὸς, Ἀρχιερεὺς ἢ ἱερεύς).
     Ζητοῦμε ἐκ τῶν προτέρων συγγνώμη γιὰ τὸν σκανδαλισμό.

   «...ὑπάρχει ἕνα πρώϊμο στάδιο ψυχικῆς ἀνάπτυξης κατά τό ὁποῖο ὁ σαδισμός ἐνεργοποιεῖται σέ ὅλες τίς πηγές τῆς λιμπιντικῆς ἡδονῆς.
   Ἡ πεῖρα μου ὑποδεικνύει ὅτι στή φάση αὐτή ὁ σαδισμός φτάνει στό ἀπόγειό του. Ἡ ἔναρξή της γίνεται μέ τή σαδοστοματική ἐπιθυμία τοῦ βρέφους νά καταβροχθίσει τό στῆθος τῆς μητέρας (ἤ καί ὁλόκληρη τή μητέρα) καί ἡ λήξη της μέ τό πρώϊμο πρωκτικό στάδιο...
   Τό παιδί περιμένει νά βρεῖ μέσα στήν μητέρα α) τό πέος τοῦ πατέρα β) περιττώματα καί γ) παιδιά, καί ὅλα αὐτά τά θεωρεῖ φαγώσιμα... Οἱ σαδιστικές ἐπιθέσεις τοῦ παιδιοῦ, λοιπόν, ἔχουν ὡς στόχο καί τή μητέρα καί τόν πατέρα. Ἐπιθυμία τοῦ παιδιοῦ εἶναι νά τούς δαγκώσει, νά τούς διαμελίσει ἤ νά τούς λιώσει...” (Μ. Κλάϊν, Ψυχανάλυση καί σεξουαλική ἀγωγή, Ἐκδόσεις Πύλη, Ἀθήνα 1991, σελ. 151).

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

"ΈΝΩΣΙΝ Ή ΔΙΑΙΡΕΣΙΝ;" - ΠΑΥΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ (+1994)

                          
                              

Ουδείς συνετός άνθρωπος καταστρέφει το σπίτι του χάριν ξένων, ή διαιρεί τους δικούς του διά χιμαιρικήν «ένωσιν» με τους αδιστάκτους αιωνίους πολεμίους του, που δεν έκρυψαν ποτέ τας διαθέσεις των, ούτε έδειξαν ποτέ ότι αυτές οι διαθέσεις μετεβλήθησαν.
Εδόθη, κατά τους τελευταίους καιρούς, «αφορμή» (πόσοι άραγε ξέρουν από πού και ποίους «πηγάζει»;) και έδειξαν πολλοί ορθόδοξοι αν γνωρίζουν «τι πιστεύουν», αν τους ενδιαφέρη ή Ορθοδοξία και κατά πόσον υπερασπίζονται την πίστιν «των». «Λόγος γίνεται» περί «ενώσεως» με τον παπισμόν. Πολύ καλά.
Όποιος εναντιούται εις την ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ένωσιν είναι θεομάχος. Τοιαύτη ένωσις επιτηδεύεται; Πρόκειται περί ενώσεως θρησκευτικής. Πώς εννοούν λοιπόν την ένωσιν; Αδιαφόρως προς τον Χριστόν, την Αλήθειαν, την πίστιν ως εξ αρχής παρεδόθη; Τότε τί ανακατεύονται εις αυτά τα πράγματα αυτοί οι κύριοι; Οι γυρεύοντες ένωσιν έκτος Ορθοδοξίας είναι προδότες και της πίστεως και του έθνους, του οποίου, ως βεβαιώνουν και οι ιστορικοί, στηριγμός και σωτηρία υπήρξεν η Ορθοδοξία.
Μήπως ενόμισαν, ότι ο παπισμός τους κάμνει την παραχώρησιν (ύπαρχει έστω και μία τοιαύτη περίπτωσις;) να εννοή ένωσιν όπως ίσως νομίζουν αυτοί; Αλλ’ οι εκπρόσωποι του παπισμού, απαντώντες εις «επισήμους» ορθοδόξους, δηλώνουν: «Εμείς εννοούμεν την ένωσιν υπό ένα Πάπαν»! ( Η στενότης του χώρου δεν επιτρέπει την παράθεσιν αμετρήτων σχετικών λεπτομερειών). Τι λέγουν αυτοί οι «δημοκράτες»; βούλονται να γίνουν δούλοι του πλέον στυγνού δικτατορικού καθεστώτος, που εγνώρισαν οι αιώνες;
Βλέπων τις τα κείμενα μερικών επιστολογράφων, διερωτάται κατά πόσον ενδιαφέρονται «διά την πίστιν των», πόθεν αντλούν τας γνώσεις των, αν έμαθαν το «πιστεύω» των. Μερικών τα λόγια είναι τοιαύτα, πού αν ενηργούντο οι Νόμοι της Εκκλησίας, θα ήσαν αφωρισμένοι, και μόνον ορθόδοξοι δεν είναι· έκτος αν εξέβαλον εαυτούς της εκκλησίας, οπότε με ποιο δικαίωμα επεμβαίνουν «απ' έξω»; Το να παραμερίζη κάνεις τον Θεόν και φθέγγεται μόνον «ανθρωπιστικώς», δεν είναι των Χριστιανών.
Οι τόσο καλοπροαίρετοι εις τα περί «ενώσεως· θρησκευτικής είναι τάχα αγιώτεροι, συμπαθέστεροι και σοφώτεροι από τους αγίους Πατέρας, λόγου χάριν τον άγιον Γρηγόριον Θεολόγον, λέγοντα: «Κρείσσων επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού», ή τον άγιον Κύριλλον, λέγοντα: «Την ειρήνην αρπάζομεν, εάν ομολογηθή η πίστις η ορθή», η τον Γεράσιμον Αλεξανδρείας, λέγοντα: «Την τοιαύτην σφαλεράν ένωσιν θεωρούμεν χείρονα της επαινετής διαστάσεως», διά ν' άρκεσθώμεν εις αυτούς; (Τότε διατί δεν πάνε στον Αττίλα να γίνουν δούλοι και κάμουν ειρήνην και ένωσιν; Η πίστις δεν είναι «μεταχείρισμα» του καθενός. Είναι κτήμα προσωπικόν του κάθε πιστού θεοπαράδοτον και πατροπαράδοτον. Δεν έχει κανένας δικαίωμα να επέμβη εις αυτό. Όχι μόνον αυτοί οι κύριοι, αλλ’ ούτε επίσκοπος, ούτε πατριάρχης έχει δικαίωμα να το παζαρεύη και το ξεπουλά, ούτε αυτή η Οικουμενική Σύνοδος, η οποία απλώς το βεβαιώνει, δεν το αλλοιώνει. Δι’ αληθινήν ένωσιν χρυσούς κανών είναι το του αγίου γρηγορίου θεολόγου: «Ουδέν ούτως ισχυρόν εις ομόνοιαν ως η περί Θεού συμφωνία». Πάσα «ένωσις» εκτός Ορθοδοξίας είναι αντίθεος και πρόξενος μυρίων κακών. 
Και αν ολίγιστοι ήσαν οι αντιδρώντες εις αυτάς τας ψευδενώσεις, που δεν είναι κατά Θεόν, και πάλιν δεν θα εσύμφερε να διαιρή κανείς το σπίτι του διά τάχα ένωσιν με τους έξω· πόσο μάλλον, ότι εις αυτάς αντιδρούν όλοι οι Χριστιανοί οι έχοντες συνείδησιν της πίστεώς των και ότι οι μεθ’ ων γυρεύεται ένωσις δεν έδειξαν ποτέ σημείον ειλικρινείας και αλλαγής των αιωνίων υπούλων διαθέσεων. Αυτά δεν γράφονται μόνον δι’ εκείνους τους ανιδέους, που εισχωρούν «αβρόχοις ποσίν», αλλά και δι’ αρχηγούς, εκκλησίας και πολιτείας, που οφείλουν να προβλέψουν ότι την διαίρεσιν και όχι την ένωσιν επιφέρουν με αυτάς τας αφυσίκους «ενώσεις»· και γνωστόν αν προξενούν καλόν αι τοιαύται διαιρέσεις. Ας είναι προμηθείς οι Έλληνες· όχι αιωνίως επιμηθείς.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Τι είναι ο Οικουμενισμός - Αλεξάνδρου Καλόμοιρου (+1988)

      
Για όσους αγνοούν ακόμη τί είναι το παγκόσμιο ενωτικό κίνημα, που λέγεται Οικουμενισμός, υπάρχει ένα πολύ διαφωτιστικό κείμενο του αρχι-ενωτικού της Ελλάδος, καθηγητού Αμίλκα Αλιβιζάτου, στην εφημερίδα "Καθολική" της 10-2-1965, με τίτλο "Οικουμενική κίνησις από ορθοδόξου πλευράς". Ο κ. Αλιβιζάτος γράφει, χαρακτηριστικώς, τα εξής: "Μέσα εις την οικουμενικήν κίνησιν ούτε εγώ πρόκειται να γίνω Καθολικός ή Προτεστάντης, ούτε εκείνοι να γίνουν Καθολικοί ή Ορθόδοξοι. Αυτό θα ήτο ένας κακός και πανάθλιος οικουμενισμός. Ο αληθινός οικουμενισμός προσπαθεί να εύρη την αλήθεια, διά να προπαρασκευάση την μεγάλην ημέραν της χαράς της ενώσεως".
Μέσα στον οικουμενισμό, λοιπόν, όπως ομολογεί ο κ. Αλιβιζάτος, καμμιά Εκκλησία δεν ισχυρίζεται ότι ευρίσκεται εν τη αληθεία, καμμία Εκκλησία δεν πιστεύει ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού. Μέσα στον Οικουμενισμό όλοι ομολογούν ότι έχουν χάσει την αλήθεια και όλοι μαζί προσπαθούν να την βρουν. Δεν νοείται συμμετοχή στο Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών ή σε όποιον δήποτε διάλογο, χωρίς αυτήν την βασική ομολογία και χωρίς αυτήν την αναζήτησι.
Οι Διαμαρτυρόμενοι, βεβαίως, ποτέ δεν πίστεψαν ότι ευρίσκονται εν τη αληθεία και ποτέ δεν έπαψαν να την αναζητούν, ο καθένας με τον τρόπο του, από συστάσεως της αιρέσεώς τους. Γι' αυτό και δεν ήταν καθόλου παράξενο το ότι ίδρυσαν το Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών. Οι Πάπαι, μέχρι χθες, έκαναν πως πιστεύουν ότι είναι αλάθητοι. Σήμερα ομολογούν και αυτοί εμμέσως την πλάνη τους, χωρίς βεβαίως να παραιτούνται των κυριαρχικών των απαιτήσεων, οι οποίες έχουν παρει τώρα οικουμενική ή μάλλον πανθρησκευτική μορφή. Να τί γράφει, εν συμπεράσματι, ο Παπικός ιερωμένος Ελπίδιος Στεφάνου, στο άρθρο του "Καθολική Εκκλησία και Οικουμενική κίνησις", στην ίδια εφημερίδα: "Ειλικρινώς και εμπράκτως η Καθολική Εκκλησία τείνει προς την ανανέωσιν, ίνα ανταποκριθή, όσον ένεστι τελειότερον", εις την φωνήν της χάριτος, της καλούσης ημάς διά των σημείων των καιρών". Όσοι από τους "Ορθοδόξους" συμμετέχουν στην Οικουμενική κίνησι, ομολογούν και αυτοί και διά μόνης της παρουσίας των, ότι, κατά την γνώμη τους, και η Ορθοδοξία έχει χάσει την αλήθεια και πρέπει να ψάξη μαζί με τις άλλες τις αιρέσεις να την βρη.
Εφ' όσον, λοιπόν, όλοι οι συμμετέχοντες στην Οικουμενική κίνησι πιστεύουν, ότι έχει χαθή η αλήθεια, είναι φυσικό να μη προσπαθούν να φέρη ο ένας τον άλλο στην "Εκκλησία" του. Ποιος ο λόγος αλήθεια, να θέλης να βγάλης τον άλλον από την πλάνη του, όταν ξέρης ότι δεν έχεις να του προσφέρης παρά μόνον μίαν άλλη πλάνη; Αντίθετα από ό,τι έκαμαν οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι Ισαπόστολοι μέχρι τις μέρες μας, οι Ενωτικοί δεν προσπαθούν να προσελκύσουν ανθρώπους προς την Εκκλησία, δεν προσπαθούν να αλιεύσουν ψυχές. Γι' αυτούς η Εκκλησίας του Χριστού δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν μόνον, σε κάθε "Εκκλησία", μερικά καλά και άγια εναπομέναντα στοιχεία, όπως τα κουρέλια ενός κατεστραμμένου  παλαιού χιτώνος, σκορπισμένα ανάμεσα σε άλλα πολλά κουρέλια που είναι κομμάτια φιλοσοφικών τριβώνων ή ράσων παλαιών και νέων αιρεσιαρχών. Αυτά τα "κομμάτια του χιτώνος" όπως τα ονομάζει στο ίδιο κείμενο ο κ. Αλιβιζάτος, προσπαθεί να συρράψη κατά ορθολογιστικό τρόπο ο Οικουμενισμός, αφού πρώτα, ύστερα από πολλές και επίπονες συνεδριάσεις, θα αποφασισθή ποια  από τα κουρέλια της κάθε "Εκκλησίας" ανήκουν στον χιτώνα του Χριστού και ποια όχι. Έτσι, όταν θα τελειώση η συρραφή των κουρελιών, και θα ξανασχηματισθή ο Χιτών του Χριστού, ο άρραφος, πλην όμως μπαλωμένος και κατατρυπημένος, και τότε πια θα εορτάσουν οι Χριστιανοί την μεγάλη ημέρα της ενώσεως!...
Ιδού το "πιστεύω" των ενωτικών. Ο κάθε άνθρωπος, φυσικά, έχει το δικαίωμα να πιστεύη ό,τι θέλει. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να προσποιήται τον Ορθόδοξο ή να ομιλή "από ορθοδόξου πλευράς" όταν έχη απαρνηθή και δημοσίως την Ορθοδοξία. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν "εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν" και σ' αυτήν την Εκκλησία την νύμφη του Χριστού, που δεν έχει χάσει ποτέ την αλήθεια, που δεν χώρισε ούτε θα χωρισθή ποτέ από τον Νυμφίο της, εύχονται (οι Ορθόδοξοι) να επιστρέψουν όλα τα πλανημένα πρόβατα, που έχασαν την μάντρα τους. "Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία Σου καθολική και αποστολική Εκκλησίας (Λειτουργία Μεγάλου Βασιλείου).
Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ούτε ίχνος αληθείας, γιατί έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ο Χριστός, υπάρχουν μόνο αντιλήψεις περί Χριστού. Η αλήθεια δεν τεμαχίζεται για να βρίσκη κανείς κομμάτια της εδώ κι' εκεί. Η αλήθεια είναι ο Χριστός και τον Χριστό τον βρίσκει κανείς μόνο μέσα στην Εκκλησία Του.
Η αληθινή αγάπη, όταν υπάρχη, μόνον ένα πράγμα υπαγορεύει στον χριστιανό: να κηρύξη την πίστι του, να καλέση στην μάντρα του Χριστού όλα τα πρόβατα που περιπλανώνται στην χωρίς νερό έρημο αυτού του κόσμου. Ο "Ορθόδοξος", που λέγει στους αιρετικούς: "μείνετε Προτεστάντες, μείνετε Παπικοί", μπορεί να κινήται από ευγένεια, που είναι μια κοσμική αρετή, που αποβλέπει στο να μη στεναχωρέσουμε τον άλλον, για να περνούμε όλοι καλά αυτήν την ζωούλα μας· δεν κινείται όμως από την αγάπη του Χριστού. Αυτός που αγαπάει δεν μπορεί να βλέπη τον αδελφό του στο σκοτάδι και να μη προσπαθή να τον ελκύση προς το φως. Δεν μπορεί να τον βλέπη να πεινάη και να διψάη, πείνα και δίψα λόγου Θεού και να μη του δίνη το ψωμί και το νερό, που έχει ο ίδιος άφθονο. "Επείνασα γαρ και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατέ με". Οι Ενώτικοι δεν κηρύσσουν την αγάπη, κηρύσσουν τρόπους καλής συμπεριφοράς. Ο Χριστιανός όμως δεν σκέπτεται τρόπους καλής συμπεριφοράς, όταν βλέπη τον αδελφό του να τον κρατούν στα ανήλια μπουντρούμια της ψευτιάς, όσοι έχουν συμφέρον γι' αυτό.
Ας αναλογισθούν λοιπόν ξανά, όσοι με επιπολαιότητα ήσαν μέχρι τώρα υπέρ της "ενώσεως των Εκκλησιών", τι σημαίνει να είναι Ενωτικός - και ας διαλέξουν τον δρόμο τους.  

(ΤΥΠΟΣ Ελληνικός-Ορθόδοξος, αρ. 51, Απρίλιος 1965)

Ὁ Οἰκουμενισμός - Ἀριστοτέλους Δελήμπαση (+2007)


                            

Τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, ὅστις σήμερον ἀναπτύσσει ἑνωτικήν κίνησιν εἰς παγκόσμιον κλίμακα;
Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι νεωτέρα παναίρεσις. Ἔχει βάσιν τό μή "διαφέρειν εὐσέβειαν ἀσεβείας" τό ὁποῖον ὁ Μ. Ἀθανάσιος καταλογίζει εἰς  τούς σχισματικούς καί αἱρετικούς Μελιτιανούς τῆς ἐποχῆς του (ΒΕΠΕΣ, 31, 285).
Σπουδάζει "ἐγκαταμίξαι τό ψεῦδος τῇ ἀληθείᾳ καί τῇ εὐσεβείᾳ τήν ἀσέβειαν", ὅπως καί οἱ Ἀρειανοί (Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, PG. 18,573).
Ἐν ὀνόματι τῆς κατ' οὐσίαν συμφωνίας, ἐξισώνει τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας πρός τάς αἱρέσεις, καί ἀπάσας νοεῖ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει ὡς αἱρέσεις, τάς ὁποίας ἀποκαλεῖ ἐκκλησίας.
 Ὅπως ὁ Χιλιασμός ἀποτελεῖ συνονθύλευμα πασῶν σχεδόν τῶν κακοδοξιῶν, οὕτω πως καί ὁ Οἰκουμενισμός. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐνότητος, ἐπιδιώκει νά περιλάβη ἐν ἑαυτῶ πάσας τάς αἱρέσεις καί τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, καί νά ἑνώση ταύτας εἰς μίαν ἀλλόκοτον πανθρησκείαν, κοσμικοῦ χαρακτῆρος καί γηΐνων σκοπῶν.
Χάριν τούτου, παραγκωνίζει τήν ὀρθόδοξον πίστιν, ἤ τήν πρωταρχικήν σημασίαν ταύτης, ἱσχυριζόμενος ὅτι ἀποτελεί δῆθεν ἐμπόδιον εἰς τήν ἑνότητα ἤ ἕνωσιν τῶν ἀνθρώπων.
Τονίζει δέ ὡς ἑνοποιόν μέσον τήν κεχωρισμένην, ἤ ἄλλως προηγουμένην τῆς πίστεως ἀγάπην, ἥτις, ὡς φυσικόν, στερεῖται τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, καί εἶναι ὄχι ἡ χριστιανική, ἀλλά ἡ κοσμική ἀγάπη. Τοιουτοτρόπως, ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁδηγεί μακράν τῆς ἀγάπης τῆς ἀληθείας (2 Θεσ. β΄ 10), μακράν τῆς πίστεως, καί  τούς ἀποχωρίζει τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐπιχειρεῖ δέ νά ἑνώση τούτους μετά τῶν αἱρετικῶν ἐπί κοσμικοῦ εδάφους, καί βάσει κριτηρίων τοῦ κόσμου τούτου. Δηλαδή εἰς μίαν παγκόσμιον ἐξωεκκλησιαστικήν ὀργάνωσιν, φαινομενικῶς μέν ἐν ὀνόματι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀληθῶς ὅμως ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ὑπέρ "τοῦ κόσμου τούτου" (Ιω. ιη΄ 36).
Ὑπό τοῦ Οἰκουμενισμοῦ παρασύρονται σήμερον οἱ μή τά τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τά κοσμικά προκρίνοντες καί φρονοῦντες.

("Καλή Ομολογία", αρ. 2, 1-7-1976)

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Τεθολωμένα καὶ δηλητηριώδη ὕδατα (Περὶ Ψυχολογίας) - Μέρος B΄

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)


Ἑλένης Ἀνδρουλάκη 
(ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΜΕΡΟΣ Α´, Β΄)
(ὅπου σ.σ.: σχόλια τῆς ὀμάδος ποὺ συνεργάστηκε γιὰ τὴν ἐργασία)
[...] Με έναν ύπουλο και συνάμα τραγικό τρόπο, το σταυρικό ήθος που οδηγεί στην Ανάσταση και το Χριστό έχει αντικατασταθεί σήμερα από ένα ψυχαναλυτικό/ψυχολογικό μοντέλο ζωής που οδηγεί στα πάθη και τον εαυτό. «Αυτο-ανάλυση, αυτο-κατανόηση, αυτο-αποδοχή, αυτο-πεποίθηση, αυτο-εκτίμηση, αυτο-πραγμάτωση»: οι βασικές αυτές έννοιες που κυριαρχούν στα περισσότερα συγγράμματα ψυχικής υγείας έχουν σαφώς τις ρίζες τους σε εγωκεντρικά συστήματα αυτο-σωτηρίας και αυτο-θέωσης. Και για να πετύχει κανείς το σκοπό της προσωπικής αυτο-ανύψωσης που ταυτίζεται με την ψυχική υγεία, χρειάζεται «βοήθεια ζωής» από έναν «σύμβουλο» ή «ψυχοθεραπευτή». Αυτός, μέσα από μια «θεραπευτική διαδικασία», θα βοηθήσει τον «ασθενή/πελάτη» «να ανακαλύψει τις κρυμμένες του Δυνάμεις» κι έτσι να «θεραπευτεί».
[...] Να τονιστεί εξαρχής ότι όταν λέμε ψυχοθεραπευτική δεν εννοούμε μία μέθοδο και κάποιες τεχνικές, αλλά εκατοντάδες μεθόδους και χιλιάδες τεχνικές, που ποικίλλουν ανάλογα με τις θεωρίες και τη φιλοσοφία που ασπάζεται ο κάθε ψυχοθεραπευτής. Να πούμε ότι ψυχοθεραπευτής μπορεί να γίνει ο καθένας, δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός ή ψυχολόγος. Μιλάμε λοιπόν όχι για μία ψυχοθεραπεία, αλλά για πολλές ψυχοθεραπείες, οι οποίες θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις συμβατικές και τις εναλλακτικές.
[...] Υπάρχει σήμερα τεράστια διεθνής βιβλιογραφία που καταρρίπτει το μύθο του επιστημονικού χαρακτήρα της ψυχοθεραπευτικής σχετικά με την ερμηνεία, αλλαγή και πρόβλεψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και σχετικά με τα θεραπευτικά αποτελέσματα. Προσέξτε τους ορισμούς και τα πορίσματα των ίδιων των «ειδικών». Η ψυχοθεραπεία είναι «ένα συνονθύλευμα θεωριών, μία σύγχυση διαδικασιών, ένα σύμφυρμα θεραπειών και μια κακοφωνία δραστηριοτήτων που δεν έχουν καμία κατάλληλη λογική εξήγηση και είναι αδύνατον να ελεγχθούν ή να αξιολογηθούν». «Η ψυχοθεραπεία είναι μια ακαθόριστη τεχνική που εφαρμόζεται σε απροσδιόριστες περιπτώσεις με απρόβλεπτα αποτελέσματα», «ένα πολύ εντυπωσιακό οικοδόμημα [που] έχει χτιστεί σε πολύ αδύναμα θεμέλια». «Η ψυχολογία είναι καταδικασμένη να αυτοακυρώνεται ως επιστήμη», «η διαδικασία της ψυχοθεραπείας είναι τέχνη και όχι επιστήμη», «η ψυχολογία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι επιστήμη». Και υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις «για τη γνησιότητα της ψυχολογίας, τόσο ως θεραπευτικής όσο και ως ερμηνευτικής επιστήμης».
[...] Ένα πολύ σημαντικό κλειδί στην όλη κατανόηση της ψυχοθεραπευτικής είναι η ύπαρξη διαφόρων κατευθύνσεων ή σχολών (ψυχαναλυτική, συμπεριφοριστική, ουμανιστική, υπερπροσωπική, κ.α). Έχει υπολογιστεί ότι υπάρχουν σήμερα διεθνώς περισσότερες από 400 διαφορετικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, με διαφορετικές θεωρίες και διαφορετικές μεθόδους. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι εκατοντάδες αυτές προσεγγίσεις, που κάνουν χρήση τουλάχιστον 10.000 συγκεκριμένων τεχνικών, δεν μπορούν να τεκμηριωθούν επιστημονικά, αφού στηρίζονται σε φιλοσοφίες και θεωρητικές υποθέσεις, οι οποίες συχνά συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται. Και μόνο από αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η ψυχοθεραπεία δεν πληροί τα κριτήρια της επιστήμης. Αφού το ίδιο ακριβώς φαινόμενο «ερμηνεύεται εντελώς διαφορετικά από διαφορετικές θεωρίες, οι αρχές και η ορολογία των οποίων δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους».
[...] «κανένα σύστημα ταξινόμησης δεν είναι παγκοσμίως αποδεκτό για την ψυχιατρική διάγνωση»... Ένα άλλο σημείο που κλονίζει την επιστημονικότητα της διάγνωσης ασθενειών μέσω DSM (σ.σ. σύστημα ταξινομήσεως ψυχικών διαταραχών) είναι το γεγονός ότι κάτι που θεωρείται ψυχική διαταραχή στη μία έκδοση του DSM, δεν θεωρείται διαταραχή στην επόμενη και αντιστρόφως. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η ομοφυλοφιλία και η παιδοφιλία. Ενώ η ομοφυλοφιλία ήταν διαταραχή για το DSMΙ, στο DSMΙΙ άλλαξε σε διαταραχή μόνο για εκείνους που αισθάνονταν άβολα ή που επιθυμούσαν να αλλάξουν το σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Και τελικά στο DSMΙΙΙ και DSMIV έπαψε να θεωρείται διαταραχή. Παρομοίως, η παιδοφιλία στο DSMΙ και στο DSMΙΙ ήταν απόκλιση, ενώ στο DSMΙΙΙ ονομάστηκε πιο μετριασμένα «παραφιλία» για να καταλήξει το 1994 στο DSMIV να θεωρείται διαταραχή «μόνον εφόσον η συμπεριφορά προξενεί θλίψη ή δυσλειτουργία στο άτομο, ή -με άλλα λόγια- είναι διαταραχή μόνον όταν ο παιδόφιλος τη θεωρήσει διαταραχή. Και το επόμενο λογικό βήμα είναι να καταργηθεί εντελώς από το DSM, όπως έγινε και με την ομοφυλοφιλία».
[...] Η Tana Dineen, στο πολύ εμπεριστατωμένο βιβλίο της «Κατασκευάζοντας Θύματα – Τι επιφέρει η Βιομηχανία της Ψυχολογίας στους Ανθρώπους», αποκαλύπτει πώς η ψυχοθεραπευτική λειτουργεί ως επιχείρηση που, για να αυξήσει τα κέρδη και τη δύναμή της, κατασκευάζει «θύματα».Το σχήμα που ακολουθείται είναι το εξής:«ΑΝΘΡΩΠΟΣ=ΘΥΜΑ=ΑΣΘΕΝΗΣ=ΚΕΡΔΟΣ».
[...] Υπάρχουν αρκετές μελέτες που ασχολήθηκαν με τα ιατρογενή αποτελέσματα της ψυχοθεραπευτικής, δηλαδή με τα βλαπτικά αποτελέσματα που προκαλούνται από τον ίδιο το θεραπευτή και με τα ψυχο-επιβλαβή (επιβλαβή για το μυαλό) αποτελέσματα που προκύπτουν από την ίδια την ψυχοθεραπεία. Υπολογίζεται ότι 1 στους 10 ασθενείς είναι θύμα της ψυχο-επιβλαβούς επίδρασης της ίδιας της ψυχοθεραπείας.
[...] Η διείσδυση της ψυχολογίας στο χώρο του σχολείου κρύβει επίσης κινδύνους: διαλογιστικές ασκήσεις για τη μείωση του άγχους, η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης και της ατομικής ευτυχίας, η προώθηση της ψυχικής ανημπόριας, της σεξουαλικής διαστροφής, της θεωρίας του «εαυτού». Στα αμερικανικά σχολεία εισήχθη και η «αποσαφήνιση των αξιών». Οι αξίες δεν διδάσκονται πια με τον παραδοσιακό τρόπο -δηλαδή αυτό είναι καλό, αυτό είναι κακό - αλλά ο κάθε μαθητής μπορεί να διαλέξει όποια «αξία» του ταιριάζει, αλλιώς λένε οι «ειδικοί» δημιουργούνται στα παιδιά «αναστολές».
[...] οι σέκτες χρησιμοποιούν συχνά ψυχολογικές μεθόδους και ψυχίατρους ή ψυχοθεραπευτές για να στρατολογήσουν οπαδούς.
[...] Μετά από όλα αυτά, έχει ανάγκη η Εκκλησία από τη «θρησκεία» της ψυχολογίας και τους διακόνους της τους ψυχοθεραπευτές; Έχει ανάγκη η Εκκλησία από αποτυχημένες, ή και επικίνδυνες κοσμικές μεθόδους; «Ο χαρακτηριστικός άνθρωπος της “Νέας Εποχής” έχει σαν καταφύγιο τη θεωρητική ψυχολογία, όχι την Εκκλησία», έγραφε ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Ο άνθρωπος της Εκκλησίας, όμως, μπορεί να παραδίδει τη ζωή και τη ψυχή του «στην επιστημονικοφάνεια των κτιστών μεθόδων της ψυχοθεραπείας»; Οι οπαδοί των ανατολικο-θρησκευτικών εγωκεντρικών συστημάτων συχνά βρίσκουν έκφραση στην ψυχοθεραπεία η οποία, με τα εύστοχα λόγια του διακεκριμένου ψυχολόγου Philip Cushman, «διαποτισμένη από το ήθος του αυτάρκους ατομικισμού, εν αγνοία της ενισχύει τον απομονωμένο, προσανατολισμένο στο status quo, άδειο εαυτό». Τα μέλη της Εκκλησίας δεν ζουν έναν πλήρη τρόπο ζωής, δεν βιώνουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, δεν θεραπεύονται από την ασκητική και μυστηριακή βίωση της Ορθοδοξίας; Χρειάζονται συμπληρωματικές μεθόδους, χρειάζονται «βοήθεια ζωής», «συμβουλευτική πένθους», «τεχνικές ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης» και αμφιλεγόμενα προγράμματα «πρόληψης για την εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά»; Δεν καλύπτονται οι Χριστιανοί από το Ευαγγέλιο του Χριστού και έχουν ανάγκη από το νέο, ψυχολογικό «ευαγγέλιο του Εαυτού»; Χρειάζονται οι άνθρωποι της Εκκλησίας να μάθουν πώς να αγαπούν τον εαυτό τους και πώς να μη διαλυθούν ασκώντας την αρετή της ταπείνωσης; Χρειάζονται να «κατηχούνται» σε αντι-ευαγγελικές έννοιες ψυχολογικών θεωριών μέσα στους ίδιους τους ιερούς ναούς; «Επιστημονικό σεμινάριο ψυχολογίας», ομιλίες για την «αξία των αρνητικών συναισθημάτων», «το σεβασμό της αδυναμίας μας να ξεπεράσουμε τα πάθη μας», «την ανωτερότητα της ψυχολογίας έναντι των πατέρων» και πολλά άλλα απίστευτα γίνονται και ακούγονται μέσα σε ιερούς ναούς και χώρους εκκλησιαστικούς. Είναι δυνατόν να ανοίγεις περιοδικό για ιερείς και να διαβάζεις για τεχνικές και στάδια συμβουλευτικής προς χρήση «στην ποιμαντική θεραπευτική»; Ο ιερέας που έχει εντρυφήσει στην ψυχοθεραπεία είναι καλύτερος στη διακονία του από τον άλλον που δεν έχει γνώσεις ψυχοθεραπείας; Ή κινδυνεύει να πέσει στον πειρασμό του Βαρλαάμ; Ή ψυχολογοποιεί την ποιμαντική του, χωρίς να το καταλαβαίνει; Έλεγε ο γέροντας Παΐσιος: «Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί Ιερωμένοι που σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες). Και το παράξενο είναι που οι δάσκαλοί τους οι ψυχολόγοι δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν παραδέχονται ούτε ψυχή ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο (σχεδόν όλοι). Από αυτήν την πράξη τους, οι Κληρικοί αυτοί φανερώνουν ότι πνευματικά είναι άρρωστοι και έχουν ανάγκη από Αγιοπατερικές εξετάσεις και, αφού θεραπευθούν, τότε θα διακρίνουν και μόνοι τους το άρρωστο αυτό πνεύμα και θα γνωρίσουν παράλληλα και την θεία Χάρη, για να χρησιμοποιούν στο εξής στις ψυχές που πάσχουν την θεία ενέργεια και όχι τις ανθρώπινες τέχνες». Τέτοια σεμινάρια χρειαζόμαστε σήμερα, σεμινάρια αγιότητας, όχι «επιστημονικής ψυχολογίας».
[...] θεωρούν κάποιοι ότι χρειαζόμαστε και στην Εκκλησία ψυχολόγους, αλλά «Χριστιανούς ψυχολόγους και Χριστιανούς ψυχοθεραπευτές». Όμως ο μύθος της «Χριστιανικής ψυχολογίας και των Χριστιανών ψυχοθεραπευτών», που αποτελεί τα τελευταία χρόνια πρόβλημα «εντός των τειχών», έχει καταρριφθεί από πολλούς μελετητές στο εξωτερικό, τόσο ψυχολόγους όσο και θεολόγους... λένε οι εκπρόσωποι του «Χριστιανικού Συνδέσμου Ψυχολογικών Σπουδών» στην Αμερική: «Μας ρωτούν συχνά αν είμαστε Χριστιανοί ψυχολόγοι και το βρίσκουμε δύσκολο να απαντήσουμε… Είμαστε Χριστιανοί που είμαστε ψυχολόγοι, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει καμία αποδεκτή Χριστιανική ψυχολογία που να είναι σαφώς διαφορετική από τη μη-Χριστιανική ψυχολογία».
[...] Είναι πολύ επικίνδυνο να εξομολογεί ο πνευματικός έχοντας «προσχηματισμένες αντιλήψεις και ψυχολογικά ερμηνευτικά μοντέλα» ή χρησιμοποιώντας τεχνικές τις οποίες έμαθε σε κάποιο σεμινάριο ψυχοθεραπείας, ειδικό για ιερείς. Είναι πολύ επικίνδυνο να προσπαθεί ο πιστός να αποκτήσει, για παράδειγμα, αγάπη και συγχώρεση με (σ.σ. ψυχοθεραπευτικές) τεχνικές. Διότι στο χαώδη χώρο της ψυχο-«επιστήμης», υπάρχουν και τεχνικές για να αποκτήσει κανείς αγάπη. Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό δημοσιεύονται σε έγκυρα ψυχιατρικά περιοδικά και άρθρα για τη συγχώρεση.
[...] οι θεωρίες, οι διδασκαλίες, οι αρχές, οι τεχνικές και τα μοντέλα της ψυχοθεραπείας συχνά προσκρούουν στην Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία.
1. Οι διάφορες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις είναι δημιουργήματα ανθρώπων που σε μεγάλο βαθμό απέρριπταν το Χριστιανισμό ή και τον αληθινό Θεό. Ο Freud αποκαλούσε τη θρησκεία «νεύρωση της ανθρωπότητας». Ο Fromm θεωρούσε την πίστη στο Θεό «παιδική αυταπάτη». Ο Albert Ellis καταδίκαζε το Χριστιανισμό σαν «ένα παράλογο σύστημα πεποιθήσεων που ήταν στον πυρήνα πολλών ψυχικών προβλημάτων». Ο Carl Jung ασχολείτο συστηματικά με αποκρυφισμό, πνευματισμό, αλχημεία, έκανε πειράματα με τους χρησμούς του Ι-Τσινγκ, είχε επιρροές από το γνωστικισμό, είχε πλήθος μυστικιστικών εμπειριών και έβλεπε τις θρησκείες ως «συλλογικούς μύθους». Ο Carl Jung ήταν εκείνος που έφερε την παραψυχολογία στο χώρο της ψυχολογίας. [...]
2. [...] Η ψυχή αρρωσταίνει περισσότερο με όλη αυτή την εγωκεντρική αυτο-ανάλυση· η εύρεση και το σκάλισμα «σκουπιδιών» δεν την θεραπεύει. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη θεραπευτική, όλα προσεγγίζονται σε σχέση με το Χριστό, με απλό τρόπο και με τη μετάνοια που αποκλείει την (σ.σ. ψυχοθεραπευτικού τύπου) αυτο-ανάλυση. [...]
4. Στην Ορθοδοξία η θεραπεία είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο καρπός των ποικίλων ψυχοθεραπειών είναι συνήθως η σύγχυση. Εμείς γνωρίζουμε ότι θεραπεύει ο Θεός, ενώ στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής ο καθένας προσπαθεί να θεραπεύσει τον εαυτό του μόνος του. [...]
5. Για μας η απάντηση στα προβλήματα είναι η προσευχή και η μετάνοια, εκεί είναι «περισσότερη ψυχοθεραπεία». [...]
8. Η ψυχολογία αδυνατεί να κατανοήσει τη Θεία Χάρη, την αμαρτία, τον μετανοούντα, το δαιμονισμένο, τον άγιο. [...]
10. Το διαζύγιο είναι αποδεκτό και επιθυμητό σε πολλές περιπτώσεις, γι΄ αυτό και ανθούν οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες στήριξης μονογονεϊκών οικογενειών. Η έννοια της θυσίας είναι ακατανόητη ή και καταδικαστέα. [...]
13. Για πολλές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, ο άνθρωπος θεωρείται θύμα των άλλων. Το παρελθόν φταίει, ο άλλος φταίει. Η ενοχή φορτώνεται στους άλλους· αλλά έτσι εμποδίζεται η μετάνοια. Για εμάς, ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις αμαρτίες του και οι πατέρες συμβουλεύουν ποτέ να μην δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, στα ώριμα στάδια της μετανοίας ο άνθρωπος μετανιώνει ακόμα και για τα λάθη των άλλων. Στο χώρο της ψυχοθεραπείας, αντίθετα, οι αμαρτίες ενθαρρύνονται και τα πάθη χαϊδεύονται, αφού το ζητούμενο είναι «να είμαι εγώ καλά και να περνώ εγώ καλά». [...]
15. «Η σύγχρονη ψυχολογία είναι μια μορφή κοσμικού ουμανισμού βασισμένη στην απόρριψη του Θεού και τη λατρεία του εαυτού». Αντί ο άνθρωπος να στραφεί στο Θεό και τον άλλο, στρέφεται στον εαυτό του. Η ψυχολογία μας διδάσκει να επικεντρωνόμαστε στις σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας, τις ανάγκες μας, στο τι χρειαζόμαστε εμείς. Ο εαυτός γίνεται είδωλο και έτσι καλλιεργείται η υπερηφάνεια. Αντίθετα, η προσπάθεια του Χριστιανού είναι να μειώσει την αγάπη που έχει στον εαυτό του, που συνήθως είναι υπερβολική, να απαλλαγεί από τη φιλαυτία του και να «απαρνηθεί τον εαυτό του», ώστε να θεραπευθεί και να σωθεί. [...]
17. Η αυτοεκτίμηση αποτελεί θεμελιώδη ψυχολογική αρχή, που αντιτίθεται στη χριστιανική αρετή της αυτομεμψίας και της ταπείνωσης. Η επιβαλλόμενη από την ψυχολογία καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης των παιδιών, καλλιεργεί τον εγωισμό τους. [...]
18. Η διδασκαλία για τις δήθεν ανεξάντλητες δυνάμεις μέσα μας και η χρήση της «θετικής σκέψης» στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία ως «τρόπος ανάπτυξης του εαυτού» είναι μη ρεαλιστικές, αλλά και επιζήμιες πνευματικά, αφού κλείνουν το δρόμο προς την ταπείνωση και τη σωτηρία. Όταν βέβαια πρόκειται για εκρίζωση παθών, η διδασκαλία των ψυχοθεραπευτών περί μεγάλων δυνάμεων αλλάζει και γίνεται: «μη ζορίζεις τον εαυτό σου. Τόσο μπορείς, δεν μπορείς παραπάνω. Δεν είσαι άγιος».
19. Στο πεδίο της ψυχολογίας βρίθουν τεχνικές αυτοβελτίωσης και αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες είναι η αποθέωση του εγωκεντρισμού. Στην Εκκλησία δεν έχουμε αυτοπραγμάτωση. Ο Χριστιανός αγωνίζεται να πραγματώσει το θέλημα του Θεού, χωρίς τεχνικές.
20. H ανάλυση και ερμηνεία ονείρων, οι τεχνικές οραματισμού, καθοδηγούμενης φαντασίας, διαλογισμού, ύπνωσης, οι βιωματικές ασκήσεις χαλάρωσης με διαλογισμό και λοιπές πρακτικές που χρησιμοποιούνται κατά κόρον και στις συμβατικές ψυχοθεραπείες είναι ασυμβίβαστες με το Χριστιανισμό και ιδιαιτέρως επικίνδυνες για την ψυχή του ανθρώπου. Υπενθυμίζουμε ότι οι πατέρες της Εκκλησίας στρέφονται κατά της φαντασίας, για το λόγο ότι ο πειρασμός μπαίνει μέσα μας ως φαντασία. Η φαντασία είναι εκείνη που οδηγεί στην καρδιά την προσβολή του πειρασμού. Και ενώ ο διαλογισμός χρησιμοποιεί τη φαντασία, η προσευχή την αποκλείει. Οι πατέρες συνιστούν τη νέκρωση της φαντασίας (σ.σ. γιὰ δὲ τοὺς πνευματικῶς ἀρχαρίους συνιστοῦν τὴν προσεκτικὴ, ἐπ’ ἀγαθῷ χρῆσι της) και συμβουλεύουν η προσευχή μας να είναι «αφάνταστος», αφού ο Θεός είναι «αφάνταστος και καθαρός νους», ενώ η φαντασία είναι όπλο που χρησιμοποιεί ο διάβολος για να πολεμήσει τον άνθρωπο. Το ίδιο ισχύει και για τα όνειρα που ως γνωστόν «επλάνησαν πολλούς».
21. «Η ψυχολογία ήταν μία από τις κύριες διανοητικές και κοινωνικές δυνάμεις που έφεραν το σημερινό κίνημα [της «Νέας Εποχής»] σε περίοπτη θέση… Η πρωταρχική ψυχολογική πηγή της “Νέα Εποχής“ ήταν η ουμανιστική ψυχολογία και ιδιαιτέρως ο Abraham Maslow... Αλλά και ο Jung επηρέασε το χώρο της ψυχολογίας με καθαρά Νεοεποχίτικες θέσεις -και πολλοί άλλοι επίσης. Έτσι, η ψυχολογική λατρεία του εαυτού οδήγησε στην αντι-πνευματική λατρεία του εαυτού της «Νέας Εποχής».
23. Τα εγχειρίδια ψυχολογίας μπορεί να μην περιλαμβάνουν τίποτα χριστιανικό, αλλά περιλαμβάνουν κεφάλαια περί Βουδιστικής θεωρίας. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια η σύνδεση μεταξύ ψυχιατρικής και ανατολικο-θρησκευτικών δογμάτων εξαπλώνεται. Πρόσφατο παράδειγμα το τελευταίο συνέδριο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, επιστημονικό συνέδριο, όπου όμως πολλές εισηγήσεις είχαν θέμα τη χρήση διαλογισμού, γιόγκα, αγιουρβέδα κ.α. για τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών.
[...] Μόνο μία εκκοσμικευμένη Εκκλησία θα μπορούσε να τα προσλάβει όλα αυτά. «Η χρησιμοποίηση της σύγχρονης ψυχολογίας για την καθοδήγηση των ανθρώπων είναι μια εκκοσμικευμένη θεώρηση της ποιμαντικής». Ο Χριστιανός που μετανοεί δε χρειάζεται ψυχο-φιλοσοφικά υποστηρίγματα. Η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να ενσωματώσει ψυχοθεραπευτικές θεωρίες, μεθοδολογίες ή τεχνικές.
[...] «Από ιστορική άποψη, μια μορφή-κλειδί στην εισαγωγή του βουδισμού στη δυτική ψυχολογία ήταν ο D.T. Suzuki, ένας Ιάπωνας δάσκαλος του Ζεν, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Erich Fromm για να προβούν στην πρώτη μείζονα σύνθεση της ψυχανάλυσης και της βουδιστικής σκέψης». Καρπός της συνεργασίας αυτής υπήρξε το βιβλίο «Ζεν βουδισμός και ψυχανάλυση», την εισαγωγή του οποίου έγραψε ο Καρλ Γιουνγκ και στο οποίο ο Erich Fromm τόνιζε: «Υπάρχει ένα αδιαφιλονίκητα αυξανόμενο ενδιαφέρον για το Ζεν βουδισμό μεταξύ των ψυχαναλυτών… Η μελέτη του Ζεν Βουδισμού είχε ζωτική σπουδαιότητα για μένα και…, όπως πιστεύω, είναι σημαντική για όλους τους μελετητές της ψυχανάλυσης». «Ο Suzuki επηρέασε επίσης την Karen Horney και άλλους ψυχολόγους της μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εποχής». Πολλά βιβλία γράφτηκαν έκτοτε με θέμα τη βουδιστική ψυχολογία, το ζεν και την ψυχοθεραπεία.
[...] Ο καθηγητής ψυχιατρικής Thomas Szasz χαρακτήριζε την ύπνωση ως «τη θεραπεία μιας ψευδοεπιστήμης», ο ψυχίατρος Fuller Torrey την εξίσωνε με τη μαγεία, άλλοι επιστήμονες τη θεωρούν επικίνδυνη· και γενικά είναι χαρακτηριστική η έλλειψη επιστημονικής ομοφωνίας σχετικά με την υπνοθεραπεία. Κοινά παραδεκτές όμως είναι οι ρίζες και η ιστορική πορεία της ύπνωσης που βασίζονται στον αποκρυφισμό...
[...] Ο Χριστιανός μέσα από τη Γραφή και τα φωτισμένα λόγια των αγίων καλείται να μην δίνει την προσοχή του στα όνειρα, αλλά αντίθετα να τα περιφρονεί. Δηλαδή, αυτό που για κάποιες ψυχοθεραπείες θεωρείται εργαλείο διάγνωσης και θεραπείας -το όνειρο- για το Χριστιανό αποτελεί γνωστό εργαλείο των δαιμονικών δυνάμεων.

Συνεχίζεται...