"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Έθνος - Εθνικισμός και Ορθόδοξο φρόνημα


Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού
Κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του Πανεπ. Αθηνών

 1. Με το κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση στο ερώτημα: Γιατί η Ορθοδοξία -«καθ' ό Ορθοδοξία», φυσικά- δεν μπορεί να είναι εθνικιστική.
 Δεν θα επιχειρηθεί, βέβαια, εδώ αποσαφήνιση των όρων: έθνος, εθνισμός, πατριωτισμός, εθνικισμός. Διότι, παρά τη συχνή κακοποίηση τους, στην καθημερινή χρήση, λίγο ή πολύ έχουν περιεχόμενο κοινά αποδεκτό. "Έτσι, οι όροι πατριωτισμός και φιλοπατρία εκφράζουν κάτι σαφές και, όπως πιστεύω, καθολικά δεκτό· την αγάπη προς την πατρίδα, ως τόπο της στενότερης ή ευρύτερης καταγωγής, κάτι που καταφάσκει και η ορθόδοξη παράδοση δια στόματος του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου (4ος αι.): «Μητέρα τιμάν των οσίων (=είναι ιερό να τιμά κανείς τη μητέρα του)· μήτηρ δε άλλη μεν άλλου, κοινή δε πάντων (μήτηρ) πατρίς» (Επιστ. 37). Το μόνο, που πρέπει να δηλωθεί, είναι η σαφής διαφοροποίηση στο κείμενο αυτό των ορών «εθνισμός» και «εθνικισμός», διότι ο μεν πρώτος ταυτίζεται με τον «πατριωτισμό», ο δεύτερος όμως κρύβει τη νόσο του μισαλλόδοξου φανατισμού, με όλες τις ευνόητες ταυτίσεις και προεκτάσεις.
 2. Η στάση απέναντι στο «έθνος» και στην «πατρίδα» στο χώρο των κατά παράδοση ορθοδόξων λαών είναι μεν ενσωματωμένη σ' αυτό, που δηλώνει εκκλησιαστικά ο όρος «ορθόδοξο φρόνημα» (πρβλ. Ρωμ. 7,27), ως το περιεχόμενο της συνειδήσεως τους, προϋποθέτει, όμως, τη χριστιανική νοηματοδότηση του όρου «έθνος», ήδη στην αρχή της εμφανίσεως της Εκκλησίας στην ιστορική σκηνή, ως σώματος και κοινωνίας. "Έτσι, «έθνη» αποκαλούνται στην Καινή Διαθήκη, όπως και στη σύγχρονή της εβραϊκή κοινωνία, οι ειδωλολάτρες - εθνικοί, οι μη Ιουδαίοι και μη χριστιανοί. Αυτό εννοεί π.χ. ο Χριστός στην «επί του όρους» ομιλία, λέγοντας:
«πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί» (Ματθ. 6,32). Την ίδια έννοια έχει και ο λόγος για «έλληνες» στο Ιωάν. 12, 20. Πρόκειται για «εθνικούς» (ειδωλολάτρες) προσηλύτους (Π. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σ. 448/9). Αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί για τους σημερινούς εθνικιστές, οι όποιοι, στηριζόμενοι σε ανεπιστημονικές μυθοπλασίες, βλέπουν στο χωρίο αυτό πράγματα άσχετα προς την ιστορική αλήθεια.
 Ο Χριστός παραδόθηκε στα «έθνη» (=εθνικούς) (Ματθ. 20, 19). Η εντολή του, όμως, μετά την ανάσταση του είναι «πορευθέντες, μαθητεύσατε (=κάμετε μαθητές - χριστιανούς) πάντα τα έθνη» (=λαούς) (Ματθ. 28, 19). Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις ο όρος «έθνος» (ή «έθνη») έχει κυρίως πνευματική - θρησκευτική και όχι φυλετική σημασία. Σημαντικό, όμως, είναι, ότι ήδη στην Κ.Δ. χρησιμοποιείται ο όρος «έθνος», πάλι με πνευματική έννοια, αλλά για να δηλώσει το σώμα των πιστών, το «λαό του Θεού», το «έθνος άγιον» (Α' Πέτρ. 2, 9). «Έθνος άγιον» και «λαός του Θεού» ταυτίζονται νοηματικά και σημαίνουν το «σώμα Χριστού», την Εκκλησία, με υπόβαθρο καθαρά α-φυλετικό.
 Έτσι, οδηγούμεθα στο Γαλ. 3, 27 ε., όπου ορίζεται από τον Απ. Παύλο, ότι οι βαπτισμένοι «εις Χριστόν» (=όσοι «πέθαναν» και αναγεννήθηκαν στο σώμα του Χριστού) έχουν ντυθεί τον Χριστό και, έτσι, «ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην». Μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν πια διαφορές (φυλετικές - ταξικές), αφού η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας ενώνει, ενώ οι όποιες άλλες ιδιότητες χωρίζουν. Όλα αυτά όμως (όπως και στο Κολ. 3, 11) σε πλαίσια καθαρά υπερεθνικά και αφυλετικά. Οι πιστοί είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ο Οποίος εξ άλλου δεν είναι «προσωπολήπτης», αφού «εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστίν» (Πράξ. 10,34). Η πέτρεια έννοια «έθνος άγιον» ταυτίζεται με τον παύλειο όρο «λαός Θεού» (π.χ. Β' Κορ. 6, 16: «...και έσομαι αυτών θεός και αυτοί έσονται μοι λαός». Πρβλ. Α' Πέτρ. 2, 9: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν..., οι ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού», όπου υπεισέρχεται και ο όρος «γένος», δηλωτικός της νέας –πνευματικής καταγωγής από το «δεύτερο Αδάμ» και γενάρχη της νέας ανθρωπότητας, τον Ιησού Χριστό). Όλ' αυτά τα χωρία, που ενδεικτικά αναφέρθηκαν, σχετίζονται με το νέο έθνος - γένος - λαό, το «σώμα» του Χριστού, που δεν υποκαθιστά τις οποιεσδήποτε ανθρώπινες και ιστορικές σχέσεις, αφού ανάγει σε μια νέα όχι μόνο ενδοϊστορική, αλλά συνάμα και υπεριστορική πραγματικότητα, σε ένα νέο Θεανθρώπινο κόσμο, που ενώνει τους λαούς της γης σε μια ενότητα, θεμελιωμένη στην άκτιστη «θεία Βασιλεία» (χάρη). Ο χαρακτηρισμός των χριστιανών τον 6ο αιώνα «τρίτον γένος» (genus tertium) ενσαρκώνει τη νέα αυτή συνείδηση και την υπέρβαση των φυλετικών διαιρέσεων, αφού οι «αναγεννημένοι» μέσα από την πνευματική «κοιλία» της Εκκλησίας, το βαπτιστήριο (ή την κολυμβήθρα), κληρονομούν από τον Χριστό μια νέα-διαφορετική φύση, που καταργεί την «πεσούσα» φύση του παλαιού Αδάμ.
 Αυτά είναι τα θεμέλια της χριστιανικής ανθρωπολογίας, που ενεργοποιούνται με την ενσωμάτωση του ανθρώπου στην Εκκλησία. Οι ιστορικές - ενδοκοσμικές σχέσεις δεν αναιρούνται, αλλά υπερβαίνονται και ιεραρχούνται. Ο Βαρνάβας, έτσι, και ως απόστολος και συνεργάτης του Παύλου, χαρακτηρίζεται «κύπριος τω γένει» (Πράξ. 4,36), ο ίδιος δε ο Παύλος δεν αποποιείται την καταγωγή του (Γαλ. 1,13 ε.), αφού ο θεός των Χριστιανών, ο «πατήρ» του Ιησού Χριστού (Α΄ Ιωάν. 2, 23), «εποίησεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παντός προσώπου της γης, ορίσας... τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17, 25 ε.). Με αυτά δηλώνεται η ενότητα του ανθρωπίνου γένους λόγω της κοινής ΟΛΩΝ καταγωγής («εξ ενός» αίματος ή ανθρώπου) και άρα το αβάσιμο και αντιχριστιανικό του φυλετισμού. Οι διαμορφωμένες ιστορικά -και μέσα στη δυναμική της πτώσεως- «εθνότητες» και οι οποιεσδήποτε ανάμεσα τους διαφορές - διακρίσεις δεν προέρχονται από τον ένα και δημιουργό Θεό, αλλά από την αμαρτία. Αυτό εκφράζει ως πανορθόδοξο βίωμα το «κοντάκιο» της Πεντηκοστής: «Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο "Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε...». Αντιπαρατίθενται σ' αυτό το γεγονός της Βαβέλ (Γεν. κεφ. 11) και της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1 ε.). Στο πνεύμα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1 έ.) ζει η Εκκλησία, στην αυθεντική της έκφραση, ως Ορθοδοξία.
 Ο όρος «έθνος», μαζί με τα συνώνυμα του, αποφορτίζεται εκκλησιαστικά από το παλαιό νόημα του και αναφορτίζεται (=ενέργεια που χαρακτηρίζει όλη τη θεολογική γλώσσα του Χριστιανισμού) με έννοια πνευματική - πολιτιστική, στα όρια της νέας υπαρξιακής και υπαρκτικής γεννήσεως των Χριστιανών (βλ. Ιωάν. 1,13: «οί εκ Θεού εγεννήθησαν»). Αυτή η νέα συνείδηση και πραγματικότητα εκφράζεται στην Αποκάλυψη (κεφ. 5, 9-10): «...Άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους». Η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι ο νέος κόσμος, η νέα «εν Χριστώ» κοινωνία.
 3. Ιστορική πραγμάτωση της νέας αυτής συνειδήσεως υπήρξε η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία / Βυζάντιο). Το «Βυζάντιο», παρ' όλες τις ανθρώπινες ατέλειες και αμαρτίες, νοείται ως μία «Μεγάλη Εκκλησία», μέσα στην οποία προσκομίζεται συνεχώς η ανθρώπινη αμαρτία - αποτυχία, για να μεταμορφωθεί, με τη μετάνοια και την άκτιστη χάρη, σε ζωή εν Χριστώ. Βυζαντινολόγοι, όπως ο Στ. Ράνσιμαν (Βυζαντινή θεοκρατία, Αθήνα 1982) μπόρεσαν να δουν έτσι το «Βυζάντιο», ερμηνεύοντας το «εκ των ένδον» και όχι με τα φραγκολατινικά κριτήρια της αλλοτριωμένης χριστιανικότητας και ελληνικότητας. Στο Χριστιανικό Κράτος της Ρωμανίας συνεχίζεται πληθυσμιακά η δομή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: ένας μεγάλος αριθμός λαοτήτων συνθέτει την αυτοκρατορία, ή, αν θέλουμε, κοινοπολιτεία, συνιστώντας εκ των πραγμάτων μία τρισύνθετη ενότητα: πολιτιστική (παρά τις τοπικές ιδιαιτερότητες), κρατική και πνευματική. Ο ελληνιστικός πολιτισμός, ο ρωμαϊκός κρατικός φορέας και η νέα συνείδηση, η Ορθοδοξία, συνθέτουν το «Γένος των Ρωμαίων», δηλαδή των Ορθοδόξων πολιτών της Νέας Ρώμης. Κατά κάποιο τρόπο, η Ρωμαίικη Αυτοκρατορία γίνεται το «πανδοχείο» της ιστορίας (βλ. Λουκ. 10, 24), ενσαρκώνοντας τον αναμενόμενο νέο κόσμο, στα όρια της θεανθρωπότητας. Αυτό είναι βέβαια αισθητό, όπου σώζεται το ορθόδοξο - πατερικό φρόνημα.
 Όλες οι λαότητες της αυτοκρατορίας θα συνδέονται με την κοινή πίστη (ως φρόνημα), σε μια νέα συγγένεια, την εν Χριστώ παγ-γένεια των Ρωμαίων, με σημείο αναφοράς όχι την Παλαιά, αλλά τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. Τα «εθνικά» ονόματα δεν διέκριναν τις λαότητες διαιρετικά, αλλά υποδήλωναν τις επαρχίες (αυτό σημαίνει ο όρος «έθνος» στον 34ο αποστολικό κανόνα) και τις γλωσσικές ομάδες. (Η Ρωμανία ποτέ δεν επεδίωξε γλωσσική ομοιομορφία). Η Ορθοδοξία ήταν ο πανενωτικός σύνδεσμος των Ρωμαίων. Και αυτό βιωνόταν εντονότερα, όπου η σχέση με την «πατερικότητα» ήταν ισχυρότερη. Γι' αυτό και το «εθνικό» όνομα «ρωμαίος» ταυτίσθηκε με το περιεχόμενο της νέας «εθνικής» συνειδήσεως, δηλαδή την πίστη. Ρωμαίος (δηλαδή Νεο-Ρωμαίος ή Ρωμηός) σημαίνει ορθόδοξος. Η μακραίωνη διαπάλη μεταξύ Φραγκο-γερμανικού κόσμου και Ρωμαίικης Ανατολής επικεντρώθηκε γι' αυτό στη διεκδίκηση από τους Δυτικούς του ονόματος «ρωμαίος», ταυτόσημου με το «ορθόδοξος», ενώ στη Χριστιανική Ανατολή προσέδωσαν τα ονόματα «Γραικία» και «Γραικός», δηλωτικά όχι του «ελληνισμού» και της «ελληνικότητας», όπως αφελώς θέλουν κάποιοι να πιστεύουν. "Απλά σημαίνουν:
«χώρα των μη (γνησίων) Ρωμαίων και αποσχισθέντων αιρετικών». Βέβαια, αυτά όλα μας τα ξεκαθάρισε με την πρωτοπορειακή επιστημονική ερευνά του ο π. Ι. Ρωμανίδης, αλλά είναι ανάγκη να αναρριπίζονται, διότι δεν έχουν συνειδητοποιηθεί ακόμη από πολλούς ή απορρίπτονται ασυζητητί από τους ευρωπαΐζοντες.
 Οι λαοί της Ρωμανίας / Βυζαντίου, ανάλογα με το βαθμό ορθοδοξοποιήσεώς τους, υπερβαίνοντας το κριτήριο της καταγωγής, εντάσσονταν σε μια άλλη ενότητα, στο εκκλησιαστικό σώμα. Η εκκλησιαστική δε ενότητα επιβίωσε αδιατάρακτα στις σχέσεις των Ορθοδόξων ως το 19ο αιώνα και την έξαρση των εθνι(κι)σμών. Όταν η πατριαρχική εγκύκλιος του 1848 ονομάζει το «λαό» (δηλ. σύνολο το ορθόδοξο εκκλησιαστικό σώμα) «φύλακα» της Ορθοδοξίας, εκφράζει αυτή τη συνεχιζόμενη πραγματικότητα της Ρωμανίας, την υπερφυλετική ενότητα με βάση την πίστη. Αυτή την ενότητα διασπούσε (και διασπά) η αίρεση (κάθε αίρεση) ως νόθευση και, γι' αυτό, απόρριψη της Ορθοδοξίας. Η απόρριψη δε της Ορθοδοξίας είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη αντεθνικού ρόλου, όπως συνέβη λ.χ. με τους λεγόμενους «μονοφυσίτες» στα ανατολικά και νότια σύνορα της αυτοκρατορίας ή με τους Βογομίλους στη Βαλκανική (συνεννοήσεις με Νορμανδούς) κλπ.
 Πρέπει δε εδώ να λεχθεί, ότι τα σπέρματα του νεωτέρου εθνικισμού απαντούν στις αρχαίες αιρέσεις και στην αιρετίζουσα διανόηση με την αναίρεση εκ μέρους των της ορθόδοξης καθολικότητας. Έτσι, χωρίς κανένα δισταγμό οι άγιοι Πατέρες αναφέρονταν -και αναφέρονται- στους αγίους του προφητικού Ιουδαϊσμού (Ησαΐα, Μωυσή, Δαβίδ). Ο Έλληνας - καπαδόκης Γρηγόριος Νύσσης θα προβάλλει λ. χ. τον Μωυσή ως πρότυπο θεουμένου. Οι άγιοι Εφραίμ και Ισαάκ, καύχημα της Ορθοδοξίας, ήσαν Σύροι, όπως σήμερα ως σέμνωμα της Ορθοδοξίας θεωρούμε και μεις, οι «εκ καταγωγής» Έλληνες, τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ ή τον άγιο Σάββα τον Σέρβο. Οι αιρετικοί, όμως, (π.χ. οι Αρειανοί), προετοιμάζοντας την εμφάνιση του αυτοκράτορα Ιουλιανού, θα στρέφονται «μονιστικά» στους αρχαίους "Έλληνες φιλοσόφους, ταυτιζόμενοι κατά κάποιο τρόπο με τους σημερινούς εθνικιστές - αρχαιολάτρες, που απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη ως «εβραϊκό» (!) βιβλίο και τους "Αγίους της (Προφήτες) ως «εβραίους». Η Π.Δ., όμως, αγία Γραφή ημών των Χριστιανών, οι Προφήτες άγιοι της πίστεως μας, ισόκυροι με τους Αποστόλους και τους Πατέρες μας, οι δε άγιοι Μακκαβαίοι παίδες μαζί με την αγία μητέρα τους Σολομονή και το δάσκαλο τους Ελεάζαρο τιμώνται ως άγιοι της Ορθοδοξίας την 1η Αυγούστου, διότι τα κριτήρια της Ορθοδοξίας ακριβώς δεν είναι εθνικιστικά, αλλά υπερεθνικά.
 Η αίρεση πάντα θα αρνείται την καθολικότητα και, συνεπώς, και την υπερεθνικότητα, κινούμενη σε πλαίσια σαφώς φυλετικά και εθνικιστικά. Αυτό είναι ευδιάκριτο στην πορεία της «χριστιανικής» Ευρώπης και του δυτικού κόσμου ευρύτερα. Η αλλοτρίωση στην πίστη, μετά την εκφράγκευσή της, θα έχει στο χώρο της εθνικής συνειδήσεως σοβαρότατες συνέπειες. Ο όρος «έθνος» θα αποβεί στη Δύση φυλετική κατηγορία (nation - gens). Τι άλλο εκφράζει η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους»; Ο Φραγκογερμανικός ρατσισμός, μάλιστα, θα έχει ως βάση το σώμα των «ευγενών», με την τάξη των οποίων θα ταυτισθεί τελικά το «έθνος» (αυτή την έννοια έχει ο όρος «έθνος - nation» στο Λούθηρο). Αναστροφή της πυραμίδας θα γίνει στη Γαλλική Επανάσταση (1789) -στην αρχή της βέβαια- όπου κατά τον Αββά Sieyes ο όρος «nation» ταυτίζεται με την «τρίτη τάξη», χωρίς όμως αλλαγή νοοτροπίας.
 4. Η Ορθόδοξη καθολικότητα είναι η μήτρα, στην οποία κυοφορείται η υπερεθνικότητα. Ο μεγάλος ρωμηός πολιτικός του 19ου αιώνα, ο ληξουριώτης ριζοσπάστης Γεώργιος Τυπάλδος - Ιακωβάτος (1813-1882), συνήθιζε να λέγει: «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί (ορθόδοξοι) και μετά Έλληνες», αποκρούοντας το εθνικιστικό σύνθημα των Βενετσιάνων κατακτητών και του νησιού του: «semo prima Veneziani e poi Christiani». Το υπερεθνικό, όμως, στην Ορθοδοξία δεν αναιρεί το εθνικό. Δεν είναι «ανεθνική» η ορθόδοξη πίστη. Δεν καταργεί το εθνικό στοιχείο, αλλά και δεν το αφήνει να λειτουργεί διασπαστικά. Όπου και όταν είναι ακμαίο το ορθόδοξο φρόνημα, εκεί βιώνεται η οικουμενικότητα και ρωμαίικη παναδελφότητα· όπου όμως επικρατεί η ενδοκοσμική προοπτική και εσχατολογία, εκεί κατισχύει η εθνικότητα ως φυλετισμός.
 Η διαχρονικότητα αυτής της ορθόδοξης συνείδησης επιβεβαιώνεται από δύο κείμενα, που απέχουν μεταξύ τους 16 αιώνες, την Προς Διόγνητο Επιστολή (β' αι.) και τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού (ιη' αι.). Στο πρώτο κείμενο ορίζεται, ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι- πάσα ξένη πατρίς εστίν αυτών και πάσα πατρίς ξένη». Δεν παύουν, δηλαδή, να είναι «πολίτες» (και πατριώτες), αλλά δεν δένονται με την προσωρινότητα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και ο Πατροκοσμάς: «η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Αποκούρου... Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας». Έτσι σκέπτονται οι αυθεντικά ορθόδοξοι, δηλ. οι Άγιοι. Η σκέψη δε αυτή δεν είναι προφανώς εθνικιστική, αλλά ούτε και διεθνιστική. Διότι, όπως ελέχθη, δεν καταργείται ο εθνισμός και η εθνότητα, αλλά ιεραρχείται στο «πραγματικό», που είναι το αιώνιο. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πατροκοσμά για «εθνική μειοδοσία»!
 Η Εκκλησία, ως εν Χριστώ κοινωνία, με τη λατρεία της κυρίως, διασώζει, εις πείσμα της πολιτικής και διπλωματίας, την ενότητα και οικουμενικότητα της Ρωμανίας / Βυζαντίου, με ενωτικό σύνδεσμο την ορθόδοξη πίστη. Γι' αυτό και παραμένει η Εκκλησία, ως σώμα, «το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» (Νικ. Γιόργκα). Η Ρωμαίικη αυτοκρατορία συνεχίζεται με ένα άλλο τρόπο υπάρξεως μέσα στην Εκκλησία και μαζί η υπερεθνικότητα και υπερφυλετικότητά της. Μόνο, όταν αποδυναμώνεται η εσωτερική σχέση με την ορθόδοξη παράδοση, τότε ανατρέπονται αυτές οι ισορροπίες.
 5. Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός, ότι ο «φυλετισμός» (ρατσιστικός εθνικισμός) καταδικάσθηκε συνοδικά στην Κωνσταντινούπολη το 1872, με αφορμή τις πρώτες εκρηκτικές εκφάνσεις του εθνικισμού στη Βαλκανική, το πραξικοπηματικό Ελλαδικό αυτοκέφαλο (1833) και τη Βουλγαρική Εξαρχία (1870). Πρέπει δε να λεχθεί στη συνάφεια αυτή, ότι εμείς οι Έλληνες, κινούμενοι στο σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού, καταλύσαμε πρώτοι την υπερεθνική παράδοση της Ρωμηοσύνης, οι πολιτικές δε Ηγεσίες των ορθοδόξων εθνών της Βαλκανικής ακολουθούν με σχολαστική ακρίβεια όλες τις πολιτειοκρατικές αυθαιρεσίες του ελλαδικού χώρου, χρησιμοποιώντας τες μόνιμα ως προηγούμενο. Και αυτό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, όταν διαμαρτυρόμενα για συμπεριφορές, όπως αυτή του Μπερίσα, έναντι του ελληνικού στοιχείου της Αλβανίας...
 Η Σύνοδος του 1872 αντιμετώπισε τον εθνοφυλετισμό (εθνικισμό) ως αίρεση. Βέβαια, αναφέρεται στο «βουλγαρικόν ζήτημα», διότι το «ελλαδικόν» είχε «λυθεί» το 1850. Ο φυλετισμός χαρακτηρίζεται ασυμβίβαστος με την Ορθοδοξία, ως προβολή της φυλής και του έθνους εις βάρος της πίστεως, με συνέπεια τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Το κείμενο είναι σαφές: καταδικάζει τις φυλετικές διακρίσεις και εθνικές έριδες και τις διχοστασίες, που αναιρούν την «ενότητα της πίστεως». Ο φυλετισμός (εθνικισμός) καταδικάζεται ως «καινή δόξα», «ξένος» προς την ορθόδοξη παράδοση και «νεωτερική λύμη». Η Εκκλησία -υποστηρίζεται- δεν μπορεί να γίνει ποτέ «εθνική», δηλαδή «φυλετική». Και αυτό, πράγματι, ήταν το καίριο πρόβλημα για τη βαλκανική πραγματικότητα το 19ο αιώνα, όταν, με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης και των ευρωπαϊκών εθνικισμών, η αναφορά δεν ήταν πια στην «εν Ελλάδι», στην «εν Βουλγαρία» ή στην «εν Σερβία» Ορθοδοξία, αλλά στην «ελληνική» (όχι: ελλαδική), στη βουλγαρική και στη σερβική Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία, έτσι, από παράγων ενότητας και συνοχής, γίνεται δύναμη διασπάσεως, διότι φιλτράρεται με τις εθνικιστικές ιδέες, που υποτάσσουν την καθολικότητα της πίστεως στην εθνικιστική - φυλετική ιδέα. Το λεγόμενο «μακεδονικό» ή, καλύτερα, «σκοπιανό» και το «βορειοηπειρωτικό» συναρτώνται με τον εθνικισμό της Βαλκανικής, που περιθωριοποιεί την πίστη ή την υποτάσσει στις εθνικιστικές σκοπιμότητες. Είναι επίκαιρος εδώ και πάλι ο λόγος του Γ. Ιακωβάτου: «Οι Αλβανοί της Ηπείρου (όταν είναι) ορθόδοξοι, είναι Έλληνες· άμα εισεχώρησεν ο όφις του παπισμού εις την Αλβανίαν, και το ήμισυ αυτής εγένετο παπικόν, δεν είναι Έλληνες»! Και σ' άλλο σημείο: «Άνευ θρησκείας (εννοεί: ορθοδοξίας), Φράγκοι, Αλβανοί, Βλάχοι. Μετά θρησκείας ομογενείς» (δηλ. του ιδίου γένους, ορθόδοξοι και Έλληνες). Έχει μεγάλη σημασία, ότι τη συνοδική απόφαση του 1872 υπέγραψαν και πρώην Οικουμενικοί Πατριάρχες, αλλά και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Σωφρόνιος και Αντιοχείας Ιερόθεος και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος. Οπότε το κείμενο έλαβε πανορθόδοξη σημασία.
 6. Από τις προϋποθέσεις αυτές προσδιορίζεται η δυναμική, που μπορεί να αναπτύξει η Ορθοδοξία στη σημερινή κρίση του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου. Η Ορθοδοξία, όμως, προϋποθέτει ορθοδόξους, πατερικό δηλαδή φρόνημα και καθολικότητα σκέψης. Η ορθοδοξολογία είναι εύκολη, ακόμη και για πολιτικούς, που την αγνοούν ή την απορρίπτουν με την πολιτική ή και τη βιωτή τους. Η Ορθοδοξία, όμως, μόνο μέσα στην εν Χριστώ ελευθερία μπορεί να λειτουργήσει και να αποβεί ευεργετική στα ορθόδοξα έθνη. Η υπογραφή της Ορθοδοξίας σε οποιαδήποτε πολιτική την αποδυναμώνει, πολύ δε περισσότερο η ταύτιση της με οποιαδήποτε πολιτική ή ιδεολογία. Διότι η Ορθοδοξία ιδεολογικοποιούμενη αποορθοδοξοποιειται. Η Ορθοδοξία είναι Χριστοκεντρικό φρόνημα και συνείδηση, που ενσαρκώνεται σε τρόπο ζωής, και μόνο μέσα στα όρια αυτά της αγιοπνευματικής εμπειρίας μπορεί να παραμείνει δύναμη ενοποιητική και να αναπτύξει την ενωτική δυναμική της.
 Αυτήν ακριβώς την παράδοση ενσαρκώνει -και σήμερα- ο τόσο σκανδαλιστικός, για όσους έχασαν την επαφή με την ορθόδοξη παράδοση, λόγος του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Μπάτσκας και Νοβισάντ και Καθηγητού Πανεπιστημίου Ειρηναίου (Μπούλοβιτς): «Εγώ Σέρβος γεννήθηκα και Έλληνας θα πεθάνω». Οι ολιγότερο ευρωπαϊκά εξελιγμένοι ή προσανατολισμένοι ορθόδοξοι αδελφοί μας στα Βαλκάνια και οι Ρωμαιορθόδοξοι (ρουμ-ορτοντόξ) της Εγγύς και Μέσης Ανατολής συνεχίζουν να ζουν συνειδησιακά στην πανενότητα του ρωμαίικου - ορθοδόξου Γένους. Έτσι, ενώ οι πολιτικές επιλογές των ηγεσιών τους ενίοτε λειτουργούν διασπαστικά, η ρωμαίικη - ορθόδοξη συνείδηση δημιουργεί ενότητα υπερεθνική, με τη συνεχή αδελφοποίηση όλων των Ορθοδόξων μέσα στο Κυριακό Σώμα, την Εκκλησία.
 Μέσα στην Εκκλησία και δια της Ορθοδοξίας ζουν η Ρωμανία και η ενότητα της. Γύρω από την Αγία Τράπεζα και με τη συμμετοχή στην Ευχαριστιακή σύναξη και σύνολη τη ζωή της Εκκλησίας πραγματώνεται η υπερεθνική ενότητά μας στα όρια της «κατά Θεόν πατρίδος». Ο λόγος του Σεβασμ. Ειρηναίου δηλώνει, πάνω απ' όλα, την αρμονική και ισόρροπη σύνδεση εθνικότητας και υπερεθνικότητας (ή υπερεθνότητας), μέσα στην αγιοπνευματική ζωή και σχέση και όχι απλά στις «ορθοδοξολογίες» και τις προτάσεις για «ορθόδοξα τόξα» των ορθοδοξολογούντων και, ίσως, αγνοούντων παντάπασι την Ορθοδοξία ως ζωή «εν Χριστώ» και εν «Αγίω Πνεύματι». Χωρίς πατερικό φρόνημα και εμπειρία, κάθε λόγος για την Ορθοδοξία είναι απλή πολιτική και γι' αυτό δεν πείθει τους Ορθοδόξους.
 Μέσα στην αγιοπνευματική ατμόσφαιρα της Ορθοδοξίας, ο Σέρβος, πράγματι, είναι Έλληνας και ο Έλληνας Σέρβος, αλλά και Αφρικανός και Ασιάτης και Αμερικανός και Ευρωπαίος. Στην τραγωδία της τέως Γιουγκοσλαβίας ο Έλληνας Ορθόδοξος δεν συμπάσχει με τους Σέρβους, διότι παραδοσιακά και αυτοί είναι ορθόδοξοι, αλλά διότι (και όταν...) είναι «εν δικαίω», αγωνιζόμενοι για την ιστορική ύπαρξη και συνέχεια τους. Το ίδιο, δεν συμπαριστάμεθα μόνο στους Βορειοηπειρώτες, επειδή είναι Έλληνες, αλλά σ' όλους τους Αλβανούς Ορθοδόξους, διότι αδικούνται. Η ορθόδοξη συνείδηση είναι, εξ άλλου, υπέρ των μουσουλμάνων, όταν και αυτοί αδικούνται και καταπιέζονται. Αν δεν ενεργεί έτσι η ορθόδοξη συνείδηση, δεν μπορεί να είναι ορθόδοξη. Γι' αυτό δεν μπορούν να υπάρξουν ποτέ συμπαγή και μονοδιάστατα «ορθόδοξα τόξα», όπως τα θέλουν οι πολιτικοί, ενεργούντες κατά κανόνα με κοσμικό πνεύμα και προϋποθέσεις. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι δεν υπάρχουν σήμερα «ορθόδοξοι λαοί» ή «ορθόδοξες κυβερνήσεις», που μπορούν να ενεργούν καθολικά «ορθοδόξως», αλλά μόνο ορθόδοξα πρόσωπα στους λαούς και ίσως και σε κυβερνήσεις, και μόνο αυτά μπορούν να ενεργήσουν ορθόδοξα. Όπως, όμως, η χωρίς ορθόδοξες προϋποθέσεις ορθοδοξολογία αποβαίνει επιβλαβής για την Ορθοδοξία, το ίδιο και η θρησκειοποίηση της Ορθοδοξίας, συμπορευόμενη σε μας τους νεο-έλληνες με την αρχαιοπληξία και ελληνομανία, βοηθεί την ανάπτυξη του εθνικισμού - ρατσισμού, οδηγώντας στην απορθοδοξοποίηση του λαού μας.
 Όπως, όμως, αποδεικνύουν τα πράγματα, δεν εργάζονται μόνο οι αρχαιόπληκτοι εθνικιστές εναντίον του αληθινού πατριωτισμού - εθνισμού, αλλά και πολλοί αθεράπευτα ευρωπαϊστές. Ενώ όλο το 19ο και 20ό αιώνα η Ευρώπη καλλιεργούσε την εθνι(κιστι)κή υστερία στα Βαλκάνια, για να μπορεί να έχει εύχρηστα προτεκτοράτα, σήμερα, μέσα στην προοπτική της Ενωμένης Ευρώπης, χρησιμοποιώντας ως όργανα κάποιους κονδυλοφόρους του δημοσιογραφικού, αλλά και του επιστημονικού χώρου, επιδιώκει να αμβλύνει, ώσπου να το νεκρώσει, το εθνικό-πατριωτικό φρόνημα, ενώ κύκλοι της εμμένουν πεισματικά στον εθνικισμό - ρατσισμό τους. Είναι ανάγκη, συνεπώς, να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες «εθνικιστές», ότι με την τακτική τους συμπλέουν, τελικά, με τον ευρωπαϊκό εθνικισμό - ρατσισμό, δολοφονώντας τον αυθεντικό πατριωτισμό, που θεμελιώνεται μόνο στην άδολη φιλανθρωπία της Ορθοδοξίας των Αγίων μας. Παράλληλα, όμως, βλάπτουν και την υπερεθνική ρωμαίικη ενότητα του Ελληνισμού με την υποτίμηση της Ορθοδοξίας ή την «εθνικοποίηση» της, δηλαδή τη διαστρέβλωση της κατ' εξοχήν ενοποιητικής μας δύναμης στους δύσκολους καιρούς μας. Τελικά ο με αυτή την έννοια «εθνικισμός» δεν αποβαίνει αρνητική δύναμη μόνο για την πίστη και παράδοση μας, αλλά και για το ίδιο το Έθνος, το όποιο διατείνεται ότι θέλει να προφυλάξει.
http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/politika/ethnikismos1.htm

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ἄγίου Μαξίμου του Ὁμολογητοῦ


Εἰς τό παρόν τεῦχος, λίαν ζωηρῶς, διαγράφεται ἡ ἀγωνιστική δρᾶσις τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἐναντίον τῶν τότε αἰρετικῶν Μονοθελητῶν. Ἡ ἐποχή, εἰς τήν ὁποίαν ὁ ὁσιος Μάξιμος ἐζησεν, ἔχει ἀρκετήν ὁμοιότητα μετά τῆς σημερινῆς. Περίοδος αἰρέσεως τότε, ὁμοίως και νῦν. Διά τοῦτο φρονοῦμεν ὅτι, ἡ τῶν ἀθλων καί ἀγώνων αὐτοῦ γνῶσις εἷναι λίαν χρήσιμος καί ὠφέλιμος, ὤστε ἐκ τούτων παραδειγματιζόμενοι νά ἐνεργῶμεν καί ἡμεῖς ἀναλόγως, ἄν ὅντως ἀπιθυμῶμεν νἀ εἴμεθα ὁρθόδοξοι,καί συνεχισταί τοῦ δρόμου τῶν ὁμολογητῶν πατέρων.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Concerning "Cyprianism"

Μετάφραση στην αγγλική γλώσσα του κειμένου αυτού: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2017/04/blog-post_13.html
Ευχαριστώ πολύ τον εν Χριστώ αδελφό ο οποίος μετέφρασε το άρθρο!

Παιδεία: η δική μας τράπεζα

 
Δεν είμαστε οι φτωχότεροι των συνεταίρων, όχι. Η δική μας τράπεζα διαθέτει θησαυρούς κατευθυντηρίων.
   Όταν σε κάποια όχι μακρινή φάση του Δυτικού πολιτισμού, η ανθρωπότητα βρεθεί μπροστά σε ανυπέρβλητα εμπόδια και σε εφιαλτικά αδιέξοδα, τότε με την αγωνία στα μάτια, όπως ο χρεωκοπημένος έμπορος, θα προστρέξει σ’ αυτήν την Τράπεζα (μας) και θα εκλιπαρήσει για κάποια μακροπρόθεσμα δάνεια και για κεφάλαια κινήσεως. Και αυτές οι παροχές θα της δοθούν, και μάλιστα χωρίς τόκους και εγγυήσεις και άλλα τέτοια εφευρήματα. Γιατί ο Ελληνισμός υπήρξε πάντοτε Καθίδρυμα για την Ανθρωπότητα και όχι κερδοσκοπική επιχείρηση.
   Το αυτό θα πράξει και στο άμεσο μέλλον, όπως και στο παρελθόν ενίσχυσε με τα πνευματικά εφόδια της Ανατολής (με τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό) τον πρωτόγονο ευρωπαίο που είχε ως άμεση καταβολή του τον σπηλαιάνθρωπο και τον τρωγλοδύτη των σκοτεινών δρυμών. Αλλά για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε θα πρέπει να μην αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί, να μην αποστατήσουμε από την αποστολή μας (βλ. Η κλήση και αποστολή του Έλληνα, Αγίου Νεκταρίου).
   Και αυτό θα γίνει αν αποκτήσουμε Ελληνική Παιδεία, η οποία σαν εκείνες τις παλιές πανοπλίες έδινε αρχοντιά σ’ εκείνον που τις ντυνότανε, φανέρωνε αντρειοσύνη, αλλά και που προστάτευε από τις σπαθιές και τα εχθρικά βέλη.
   Ο λαός μας σήμερα συνωθείται και ορμάει να επιβιβαστεί στο τρένο που του υπόσχεται ταξίδια σε χώρες και «πολιτείες φανταστικές». Έτσι λένε τα projects και τα prospectus. Αλλά ο σατανικός ταξιδιωτικός πράκτορας, εν προκειμένω η ΝΤΠ (Νέα Τάξη Πραγμάτων), έχει συνεννοηθεί με τον μηχανοδηγό: «Πήγαινέ τους μέχρι την είσοδο του τούνελ. Εσύ πήδα κι άφησέ τους με ακυβέρνητο το τρένο να χαθούν στα σκοτάδια. Εμάς ούτε που θα μας βρούνε. Αλλάζουμε συνεχώς διεύθυνση και φίρμα».
   Λοιπόν από δω και πέρα ας μην εμπιστευόμαστε ούτε σε πράκτορες ούτε σε τρένα. Φυσικά όχι απομόνωση. Αλλά καχυποψία και θωράκιση. Όχι αγκαλιές και ασπασμούς και άκαιρους ενθουσιασμούς! Να παραμείνουμε Έλληνες.
   Όχι στις αιρέσεις, τις ψευτοθρησκείες, στην αλλοίωση της γλώσσας και τις σκοτεινές εταιρείες που σκοπός τους είναι να υπονομεύουν με «διαλογισμούς», «υπερβατισμούς» και άλλες τέτοιες αηδίες την ορθόδοξη πίστη με το ανεκλάλητο πνευματικό βάθος της. Είναι σαν να δίνουμε τσεκουριές στον κορμό του «εθνικού» δέντρου και να το αποκόπτουμε από τις ρίζες του. Πώς θα ζήσει; Θα γίνει (και θα γίνουμε) κούτσουρα!
   Όλα τα παραπάνω με τη μεθοδευμένη προβολή και την πλύση εγκεφάλου θεωρήθηκαν ως το άκρον άωτον της «προόδου». Δηλαδή με κάποια πιο ωμή γλώσσα δασκάλεψαν τη νεολαία, αλλά και τους μεσήλικες απογοητευμένους αριστερούς, ότι «πρόοδος» είναι το να ξεκόψεις από το «σπίτι» σου (πατρίδα, χωριό, πόλη), το να γυρίσεις την πλάτη προς την Παράδοση, το να αλλάξεις ταυτότητα, το να μασκαρευτείς με τα αποφόρια ξένων ιδεολογιών, το να δικαιολογήσεις τους σφαγείς του Ελληνισμού, το να παραποιήσεις την Ιστορία, το να δυσφημίσεις την προσωπικότητα και το έργο των νεομαρτύρων του εθνικού και πνευματικού Ελληνισμού, το να δυτικοποιήσεις, να αθεοποιήσεις την Παιδεία, και τόσα άλλα που άκριτα, υποβολιμαία και φανατικά θεωρήθηκαν «πρόοδος» και αναμφισβήτητες (!) αλήθειες.
   Γι’ αυτό θα πρέπει η Παιδεία μας να βασιστεί στην πολιτισμική αλυσίδα με τους μεγάλους κρίκους που σφυρηλατήθηκαν σε Ελληνικά πνευματικά εργαστήρια από τους χρόνους της Ιωνίας, της Αθήνας, της Μεγάλης Ελλάδας, τους Αλεξανδρινούς χρόνους, τους χρόνους της Ρώμης, της Ρωμανίας(Βυζαντίου), της Αναγέννησης, της Σύγχρονης Εποχής ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα μέχρι και σήμερα.
   Άρα η ελληνική παιδεία θα πρέπει να είναι ένας συγκερασμός σοφίας και ήθους ως συνισταμένη στάσεως ζωής η οποία καθορίζει την πορεία του Ελληνισμού διά μέσου όλων των εποχών, θα πρέπει τέλος εμείς οι Έλληνες να συνειδητοποιήσουμε ότι «αποτελούμε τους ζωντανούς πνευματικούς θεματοφύλακες της ανθρωπότητας, ότι μοίρα μας είναι να είμαστε πάντοτε σύγχρονοι και πάντοτε υπόλογοι για τον κόσμο, την οικουμένη και ότι μόνη ιδεολογία που επέζησε και επιζεί στο πέρασμα των χιλιετηρίδων είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού*».

*Η  ΑΝΑΚΤΗΣΗ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, του Αντώνη Τρίτση, Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στη συνάντηση με την Ελληνική Εκπαιδευτική Ηγεσία, Παλαιό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 8 Ιουλίου 1987

Θεόφιλος Παπαδόπουλος
Δάσκαλος, Έδεσσα

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Ἑτέρα ταπεινὴ πρότασι πρὸς ὀρθοδόξους πατέρας καὶ ἀδελφοὺς τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ μετώπου



Ἔρχεται Πάσχα! Ἀνάστασι! Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ! Τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ ποὺ, σὺν τοὶς ἄλλοις, εἶναι τὸ τέλειο Ὑπόδειγμα τῆς ἀγάπης, τῆς ταπεινώσεως, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς ὑπακοῆς, τῆς προσευχῆς, τῆς προσοχῆς.

   Πατέρες καὶ ἀδελφοί τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ μετώπου, εἶναι εὐλογημένο νὰ σταματήσουμε νὰ «πυροβολοῦμε» ἀλλήλους; Νὰ παύσουμε νὰ ὁμιλοῦμε ἀταπείνωτα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον; Νὰ παύσουμε νὰ «σαπίζουμε» στοὺς λογισμούς μας - ὅπως σημειώνει κάπου στὰ «Ἀσκητικά» του ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος - καὶ νὰ μὴ εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς ἀντιλογία στὸν καθένα ποὺ μᾶς θίγει (ὡς μὴ ὤφειλε); Μήπως κάπου λησμονήσαμε ὅτι οἱ ἐχθροί μας εἶναι ὁ διάβολος, ὁ κόσμος καὶ ἡ σάρκα, καὶ τώρα, κατὰ παράβασι καθήκοντος θὰ ἔλεγα, στρεφόμαστε κατὰ ὀρθοδόξων ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀγωνίζωνται κατὰ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν, ὅπως καὶ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τῆς ἀθέου Παιδείας, τοῦ σεσηπότος πολιτικοῦ συστήματος καὶ ἄλλων δεινῶν καὶ ἐφαμάρτων; Ναί, ναί, ναί! Ἔχουμε κάποιες μικροδιαφωνίες σὲ θέματα τακτικῆς, ποιμαντικῆς, διακρίσεως. Ὑπάρχουν καὶ δειλίες, ἀδυναμίες, ὑπερβολές, ἀνησυχίες καὶ ἀπορίες λιγώτερο ἢ περισσότερο δικαιολογημένες, φαινομενικὰ ἀδιέξοδα. Καὶ τοῦτο, ἀσφαλῶς, εἶναι ἀναμενόμενο καὶ ἱστορικῶς σύνηθες φαινόμενο, καθ’ ὅτι ἔχουμε διαφορετικὴ πνευματικὴ πρόοδο καὶ διαφορετικὸ τρόπο σκέψεως καὶ διαθέσεως, ὅπως παρατηρεῖ ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος Ἰωάννης.

   ἀγάπη ὅμως δύναται νὰ τὰ ὑπερκεράσῃ ὅλα αὐτά. Εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἀγάπη μᾶς ἐδίδαξε καὶ αὐτὴ εἶναι τὸ σημεῖο ὅτι εἴμεθα μαθηταί Του. Ἂς ἀρχίσουμε τοὐλάχιστον νὰ εἴμεθα λίγο πιὸ συζητήσιμοι. Ἂς σκύψουμε λίγο τὸ κεφάλι καὶ ἂς ἀκοῦμε τὸν ἄλλο πιὸ πολύ. Ὁ Χριστός μας μᾶς ἀγαπᾷ ὅλους.

   ταπείνωσι δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀσυμφωνία. Τέκνα τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ μὴ ἐμπιστευώμαστε τὴν δική μας σύνεσι καὶ νὰ μισοῦμε τὸ θέλημά μας, ἐπισημαίνει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Λίγο νὰ τηρήσουμε αὐτὰ, θὰ πάμε καλύτερα μεταξύ μας. Ἐξάλλου ὁ Κύριός μας μᾶς θέλει νὰ εἴμεθα πάντων διάκονοι. Καὶ Αὐτὸς ἔχει τὴν ἄκρα ταπείνωσι.

   συγχωρητικότης δύναται, σὺν τοῖς ἄλλοις, νὰ συντρίψῃ κάθε σκληρότητα καρδίας καὶ κάθε «ἴχνος μίσους». Ἂς συγχωρήσουμε αὐτοὺς ποὺ εἶπαν κάτι πικρόχολο ἐναντίον μας καὶ ἂς ἐνθυμούμεθα συνάμα αὐτὰ τὰ ὡραῖα ἀποφθέγματα τοῦ ἀββᾶ Δωροθέου: «Μὴ ταράσσετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον», καὶ «αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὴν ἀτιμία μισεῖ τὴν ταπείνωσι». Ὁ Χριστός μας μᾶς συγχωρεῖ ὅλους (ἐὰν ὅμως δὲν μετανοοῦμε δὲν μᾶς σώζει).

   ὑπακοή δύναται νὰ μᾶς ἀλλάξῃ ριζικῶς. Ἂς θελήσουμε νὰ βάλουμε ἔστω ἀρχὴ ὑπακοῆς, ὥστε νὰ πάμε λίγο καλύτερα μεταξύ μας. «Τὸ νὰ θελήσουμε νὰ σωθοῦμε (διὰ τῆς ὑπακοῆς στὸν Θεό) εἶναι ἀρχὴ τῆς σωτηρίας», λέγει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Ἂς βάλουμε ἀρχὴ «κατὰ μικρόν-μικρόν» (λίγο-λίγο) νὰ ὑπακούουμε τὶς σωτήριες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων μας. Π.χ.: «Χαλίνωσε τὴν γλῶσσά σου ποὺ ὁρμᾷ μὲ πάθος στὴν ἀντιλογία» (ἅγιος Ἰωἀννης Σιναΐτης). Ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ Σταυροῦ.

   προσευχή δύναται, σὺν τοῖς ἄλλοις, νὰ λύσῃ κάθε ταραχὴ, κάθε παρεξήγησι, κάθε ψυχρότητα. Ἰδοὺ κάτι ἁπλὸ ποὺ συμβουλεύει ὁ ἅγιος Δωρόθεος, ὡς φάρμακο καὶ κατὰ τῆς μνησικακίας: «Νὰ προσεύχεσαι μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ γιὰ αὐτὸν ποὺ σὲ ἐλύπησε καὶ νὰ λέγῃς: Θεέ μου, βοήθησε τὸν ἀδελφό μου καὶ ἐμένα μὲ τὶς εὐχές του». Ὢ βάθος ταπεινοφροσύνης καὶ ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητος! Φαίνεται ἁπλὸ, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κάναμε εὔκολα! Πάντως, καὶ μόνον αὐτὸ νὰ κάναμε, πατέρες καὶ ἀδελφοί, θὰ πηγαίναμε πολὺ καλύτερα... Ὁ Χριστός μας προτρέπει νὰ προσευχώμαστε καὶ γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς μας.

   προσοχὴ, τέλος, δύναται καὶ αὐτὴ νὰ μᾶς φέρῃ πλησιέστερα. «Πρώτα προσοχὴ, ἔπειτα προσευχή», ἔλεγε ὁ Γέρων Χρυσόστομος, ὁ μακαριστὸς Πνευματικός μας. «Δέκα φορὲς προσοχὴ, μία προσευχή», ἔλεγε ὁ γερο-Γαβριὴλ, ἕνας ἀφανὴς «ἥρωας» τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας. Οἱ γνωρίζοντες κατανοοῦν τὰ περὶ προσοχῆς. Γλῶσσα, βλέμμα, κινήσεις: ἀπαρρησίαστα, γλυκά, κεχαριτωμένα...

   Συγχωρέστε με, ἐὰν φαίνεται ὅτι σᾶς διδάσκω, καὶ ἐὰν ἀποκαλύπτεται ἡ ὑπερηφάνειά μου. Εἶμαι ἕνας πικραμμένος, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι, πολύτεκνος πατέρας, ποὺ βλέποντας τὸν ἀλληλοσπαραγμὸ χάνει τὶς ἐλπίδες του γιὰ ἀνασύνταξι τῶν ὑγιῶν δυνάμεων τῆς Ἐκκλησίας. Χάνονται, πατέρες καὶ ἀδελφοί, οἱ ἐλπίδες γιὰ συγκρότησι ἑνιαίου μετώπου κατὰ τῆς αἱρέσεως ποὺ κατέκλυσε τὴν Ἐκκλησία, γιὰ ἵδρυσι σχολείων μὲ γνήσιες χριστιανικὲς ἀρχὲς (ποὺ θὰ ἀπευθύνωνται σὲ ὅλους τοὺς θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν καὶ ὄχι μόνον στοὺς πλουσίους), γιὰ ἀντίστασι στὴν ἠλεκτρονικὴ τυραννία ποὺ ἐπιβάλλεται σταδιακῶς, γιὰ ἀντίδρασι στὶς πάσης φύσεως διαστροφές καὶ στὶς ἐπιθέσεις κατὰ τῆς Πίστεώς μας καὶ αὐτοῦ τοῦ Ῥωμαίικου Γένους.

   Ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Παναγόπουλος ἔλεγε σὲ μία ὁμιλία του ὅτι παρατηροῦσε στὴν ἐποχή του ὅτι ὁ Θεὸς «μαζεύει» τοὺς δικούς του (ὅτι πέθαιναν οἱ ἐνάρετοι Πνευματικοὶ καὶ λοιποί), πρᾶγμα ποὺ σήμαινε, κατ’ αὐτόν (καὶ μεῖς συμφωνοῦμε), ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ «ξύλο», δηλαδὴ δεινά. Διότι, ἐὰν ζοῦσαν οἱ ἐνάρετοι, ἔλεγε, θὰ ἀπέτρεπαν μὲ τὴν μετάνοια καὶ προσευχή τους τὸ ξέσπασμα τῶν δεινῶν αὐτῶν. Πνευματικὴ ὀρφάνια, λοιπόν! Τί θὰ ἐπακολουθήσῃ;  

   Ὅποιος ἔχει παραμυθητικὸ λόγο καὶ συμφωνοῦν τὰ λόγια μὲ τὶς πράξεις του, παρακαλῶ πολὺ ἂς μᾶς παρηγορήσῃ...

   Καλὴ Ἀνάστασι!   
Ν. Β.     

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

1968: Τα εγκαίνια της "Ορθοδόξου" Ακαδημίας Κρήτης με την συμμετοχή Προτεσταντών και Ουνιτών!


Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα ( http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2017/02/blog-post_24.html ) η "Ορθόδοξος" Ακαδημία Κρήτης, η οποία στέγασε την "Αγία" και "Μεγάλη" Σύνοδο των Οικουμενιστών, χτίστηκε με χρήματα Προτεσταντών.
Σήμερα παρουσιάζουμε την ανταπόκριση από τα εγκαίνια της Ακαδημίας, όπως την παρουσίασε ο γνωστός ουνίτης Δημήτριος Σαλάχας, ανταποκριτής τότε της εφημερίδας των εν Ελλάδι παπικών "Καθολική". Όπως διαβάζουμε σε αυτήν (φύλλο της 23/10/1968) στον αγιασμό των εγκαινίων, εκτός των "Ορθοδόξων", συμμετείχαν και o εκπρόσωπος του "Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών" Αλβέρτος Λαχάζ, ο εκπρόσωπος της "Ευαγγελικής Εκκλησίας Γερμανίας" "Επίσκοπος" Κούνστ, o κ. Μύλλερ (Eberhard Müller), πρόεδρος των ανά των κόσμο προτεσταντικών Ακαδημιών (άλλωστε τί άλλο είναι και η Ο.Α.Κ.!), ο πάστορας Μπρεμόν, εκπρόσωπος της "Διαμαρτυρομένης Εκκλησίας της Γαλλίας", και δύο παπικοί "κληρικοί" ο Δημήτριος Σαλάχας και ο εκπρόσωπος της παπικής ενορίας καπουτσίνος Νικηφόρος Πρελορέντζος.
Παρατίθεται ολόκληρο το άρθρο, το οποίο είχε τίτλο "Η "Ορθόδοξος Ακαδημία" Κρήτης - Συμβολή και προσφορά της Ορθοδοξίας εις τον Οικουμενισμόν και τα προβλήματα του σημερινού κόσμου".