"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ!

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ!


Ο Σεβασμιώτατος πρ. Έτνα κ. Χρυσόστομος, τον οποίο αγαπούμε και θαυμάζουμε για το απαράμιλλο ήθος του και το σπουδαίο, υπέρ της Ορθοδοξίας, έργο του στις Η.Π.Α., προέβη στην μετάφραση (από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα) των σπουδαίων λόγων του Αββά Δωροθέου. Με την έκδοση αυτή θα υπάρξει μεγάλη ωφέλεια στους αγγλόφωνους αδελφούς μας, οι οποίοι θα έλθουν σε επαφή με την υπέροχη πνευματική σκέψη του Αββά Δωροθέου. 
Το βιβλίο εκδόθηκε από το περίφημο "Κέντρο Παραδοσιακών Ορθοδόξων Σπουδών" και μπορεί κανείς να το παραγγείλει συμπληρώνοντας την φόρμα παραγγελίας εδώ:

Ευχόμαστε να είναι πολλά και καρποφόρα τα έτη του Σεβασμιώτατου Χρυσοστόμου επ᾿ αγαθώ της Εκκλησίας!

Ὀλίγα τινὰ περὶ ἐκκοσμικεύσεως (μέρος ε΄ - τελευταῖον)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

   Ἔλεγε καὶ ὁ Γέρων Σωφρόνιος: «Ἕνας μοναχὸς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν κουλτούρα δείχνει ὅτι δὲν βιώνει τὴν μετάνοια». Τί νὰ ποῦμε τώρα, ποὺ κληρικοὶ (καὶ λαϊκοὶ ἐννοεῖται) βλέπουν κοσμικὲς ταινίες, ἀκοῦν κοσμικὰ τραγούδια, παίζουν ἠλεκτρονικὰ παιγνίδια καὶ ἄλλα παρόμοια; Τὸ πρόβλημα, βεβαίως, δὲν ἐντοπίζεται τόσο στὸ ὅτι τὰ κάνουμε (ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει νὰ ἀγωνισθῇ μὲ τὰ πάθη του – καὶ πρέπει αὐτὰ νὰ τὰ ξεπεράσουμε γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴν πνευματικὴ ζωή) ὅσο στὸ ὅτι αὐτὰ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς ἐκκοσμικευθέντες αὐτοὺς κληρικούς (καὶ λαϊκούς) ὡς φυσιολογικά, ἀθῶα, ἀκίνδυνα, μὴ ἐφάμαρτα.
   Ἐκήρυττε καὶ ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης: «Ὑπάρχει μιὰ τρομερὰ προφητεία, ποὺ τὴν εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, καὶ στὶς μέρες μας ἐκπληρώνεται. Τὸν ρώτησαν· Ποιὰ εἶνε τὰ σημάδια ὅτι ἔρχεται ἡ καταστροφὴ τοῦ κόσμου;
   Καὶ ἀπήντησε· Ἦταν ἐποχὴ ποὺ οἱ κληρικοὶ ζοῦσαν σὰν ἄγγελοι· δὲν ἀγαποῦσαν τὰ λεφτά, δὲν ἀγαποῦσαν τὴ δόξα, δὲν εἶχαν πάθη, στέκονταν ψηλὰ μέσα στὴν κοινωνία· καὶ τότε οἱ λαϊκοὶ ζοῦσαν σὰν ἄνθρωποι. Θὰ ἔρθουν ὅμως, λέει, χρόνια κατηραμένα, ποὺ θὰ πέσῃ καὶ θὰ ἐξευτελισθῇ ὁ κλῆρος. Καὶ τότε, ὅταν οἱ παπᾶδες θὰ ζοῦν σὰν τοὺς λαϊκούς, οἱ λαϊκοὶ θὰ ζοῦν σὰν τὰ κτήνη· καὶ τότε θὰ ἔρθῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου.
   Τί ἐννοεῖ ὅταν λέει, ὅτι οἱ παπᾶδες θὰ ζοῦν σὰν τοὺς λαϊκούς; Δηλαδή· πάει στὸ καφενεῖο ὁ λαϊκός, θὰ πάῃ καὶ ὁ κληρικός. Πάει στὸν κινηματογράφο ὁ λαϊκός, θὰ πάῃ καὶ ὁ κληρικός. Κουρεύει τὰ μαλλιά του ὁ λαϊκός, θὰ τὰ κουρέψῃ καὶ ὁ κληρικός. Παίζει φουτ – μπὼλ ὁ λαϊκός, θὰ παίξῃ καὶ αὐτός. Παίζει χαρτιὰ ὁ λαϊκός, θὰ παίξῃ καὶ αὐτός. Καὶ στὸ χορὸ ἀκόμα πᾶνε. Βγάζουν τὸ ῥάσο καὶ τὸ καλυμμαύχι τους καὶ χορεύουν. Αὐτοὶ εἶνε οἱ μοντέρνοι παπᾶδες, ποὺ θέλουν νὰ πνεύσῃ ἕνα νέο ῥεῦμα στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ᾿ ὁ ὀρθόδοξος κόσμος τοὺς ἔχει σιχαθῆ.
   Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ὅταν οἱ παπᾶδες θὰ ζοῦν σὰν τοὺς λαϊκούς, τότε οἱ λαϊκοὶ θὰ γίνουν σὰν τὰ κτήνη, καὶ τότε θὰ ἔρθῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Καὶ τώρα ἀκοῦς πλέον τοὺς λαϊκοὺς νὰ λένε· Ἔ, κι ὁ παπᾶς τὸ κάνει αὐτό… Ὁ παπᾶς πάει στὸ θέατρο, ὁ παπᾶς πάει στὸν κινηματογράφο, ὁ παπᾶς πάει στὸ γήπεδο, ὁ παπᾶς πάει ἐδῶ, ὁ παπᾶς πάει ἐκεῖ. Ἡ παπαδιά του φοράει μίνι, τὰ κορίτσια του γυρίζουν δεξιὰ κι ἀριστερά, τὰ ἀγόρια του ἔχουν γίνει τεντυμπόηδες. Τί διαφέρει, σοῦ λέει, ὁ παπᾶς ἀπὸ τὸ λαϊκό; Ἐπάγγελμα καὶ μαγαζὶ εἶνε ἡ ἐκκλησία… Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λαὸς ἔχει ἀποκτηνωθῆ.
   Λέγοντας βέβαια αὐτὰ γιὰ τὸν κλῆρο δὲν παίρνουμε σβάρνα ὅλους τοὺς κληρικούς. Ξέρουμε πολὺ καλά, ὅτι ὑπάρχουν καὶ κληρικοὶ ποὺ εἶνε καλοὶ γεωργοὶ καὶ τηροῦν τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Μπορεῖ οἱ περισσότεροι νὰ ἔχουν ξεφύγει, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα μικρὸ ποσοστὸ εὐλαβῶν ἱερέων».
   Ἂς προσέξουμε, λοιπόν, ὀρθόδοξοι ἀδελφοί (τοῦ Πατρίου, νεοαποτειχισμένοι, καὶ εὐλαβεῖς ἀντιοικουμενιστὲς ποὺ ἀκόμη κοινωνεῖτε μὲ τοὺς οἰκουμενιστὲς) νὰ μὴ ἀφεθοῦμε στὴν δίνη τῆς ἐκκοσμικεύσεως μέσῳ διαφόρων καταστάσεων (ἀμελείας, ἀγνοίας τοῦ θείου Νόμου, πλημμελοῦς ποιμαντικῆς φροντίδος καὶ ἐφαμάρτων «οἰκονομιῶν», ὑπόπτων κρατικῶν νόμων κ.λ.π.), διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ ἀντιοικουμενιστικὸς ἀγώνας. Ὁ κίνδυνος δὲ νὰ ἀφεθοῦμε στὴν ἐκκοσμίκευσι προκειμένου, καὶ μόνον, νὰ διατηρήσουμε τὰ κεκτημένα (εἴτε τοὺς «πιστοὺς», ποὺ μᾶς συντηροῦν, εἴτε τοὺς ναοὺς – κτίρια, ἐγκαταστάσεις κ.λ.π, ποὺ δῆθεν αὐξάνουν τὸ κύρος μας) φαίνεται ὅτι εἶναι ὁρατός. Ὑπὸ διωγμὸν εὑρισκόμεθα· πότε θὰ τὸ κατανοήσουμε;
   Ἂς κλείσουμε μὲ δυὸ ὡραῖες κουβέντες ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Φώτιο Κόντογλου (ἀπὸ τὰ «Μυστικὰ Ἄνθη» του, στὰ μέσα τοῦ 20ου αἰῶνος):
   «…Σήμερα οἰ ἄνθρωποι εἶναι τέτοιοι, ποὺ μήτε τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν θάκανε τίποτα.
   Λοιπόν, ἂς τὸ πάρουμε ἀπόφαση. Τὸ κακὸ δὲν περιορίζεται πιὰ μὲ τίποτα, μὲ κανένα τρόπο, μὲ καμμιὰ δύναμη. Ὅσοι μιλοῦνε καὶ γράφουνε γιὰ νὰ φέρουνε στὸν ἴσιο δρόμο τοὺς πολλοὺς ποὺ ξεστρατίσανε, ἂς ξέρουμε πὼς δέρνουνε τὸν ἀγέρα, εἶναι «ἀέρα δέροντες», ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ἅγιος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ συμβουλεύει, πάλι δὲν θάβρει αὐτιὰ γιὰ ν' ἀκούσουνε τὴ φωνή του, ὄχι ἄνθρωποι σὰν ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλεμα.
   Ναί, ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει πορεία. Ἂς μὴν περιμένουμε πιὰ τίποτα καλύτερο, θὰ πηγαίνουμε ὁλοένα στὰ χειρότερα. Ἀνήφορος πιὰ δὲν ὑπάρχει. Μοναχὰ κατήφορος. Ὅσοι ἔχουνε μέσα τους τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ οἱ λίγοι θ' ἀπομείνουνε, «τὸ μικρὸν ποίμνιον» ποὺ εἶπε ὁ Χριστός…».
Ν. Β.

Τέλος καὶ τῷ Θεῷ δόξα!

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Σύγχρονοι Πατέρες περί των Μυστηρίων των ακρίτων σχισματικών και αιρετικών (A΄)

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Κύριλλος του Καζάν (+1937)
για τα Μυστήρια των Σεργιανιστών


"Τό ἄν ὑπάρχῃ ἤ ὄχι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια τοῦ Σεργίου ἐμεῖς δέν θά τολμήσουμε νά τό κρίνουμε μέχρις ὅτου μία νόμιμη Σύνοδος μέ τήν ἀπόφασίν της ἐκφράσει τήν κρίσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γι’ αὐτόν. Ὡστόσον, ὅπως συμβαίνει καί μέ κάθε τι παρόμοιον μέ τήν Ἀνανέωσιν, δέν δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσουμε τήν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας πού ἔχει ἀνανεωθῆ ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Σεργίου ὡς τήν Ὀρθόδοξον διοίκησιν πού προῆλθεν ἀπό τήν μάχην τῆς διαδοχῆς τῆς Αὐτοῦ Ἁγιότητος, τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος. Κατά συνέπειαν, παραμένοντας εἰς κανονικήν ἑνότητα μέ τόν Μητροπολίτην Πέτρον, Πατριαρχικόν Τοποτηρητήν, ἐφόσον ἐπί τοῦ παρόντος δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπικοινωνήσουμε μαζί του, ἀναγνωρίζουμε τήν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας ὡς τό μόνον νόμιμον πρᾶγμα ἐπί τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τοῦ Τσάρου τῆς 7/20 Νοεμβρίου 1920. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, μέ ἀδελφικήν ἑνότητα καί ἀλληλοϋποστήριξιν, θά κρατήσουν τήν Ρωσσικήν Ἐκκλησίαν, μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, στήν παραδοσιακήν Ὀρθοδοξίαν τῆς ἐν ἰσχύι Πατριαρχικῆς Διαθήκης, καί θά τήν ὁδηγήσουν εἰς νόμιμον Σύνοδον. Ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι τόσον ἐσεῖς ὅσον καί ὁ ἀνταποκριτής σας δέν διακρίνετε τίς ἐνέργειες τοῦ Μητροπολίτου Σεργίου καί τῶν ὀπαδῶν του πού γίνονται κατά τήν πρέπουσαν τάξιν μέ τήν δύναμιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία λαμβάνεται διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης, ἀπό ἐκεῖνες τίς ἄλλες ἐνέργειες πού γίνονται καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν μυστηρίων καί μέ ἀνθρωπίνην πονηρίαν, ὡς μέσα προστασίας καί ὑποστηρίξεως τῶν αὐτο-εφευρεθέντων δικαιωμάτων τους στήν Ἐκκλησία. Σέ τέτοιες ἐνέργειες ἔχουν προβεῖ ὁ Ἐπίσκοπος Ζαχαρίας καί ὁ ἱερεύς Παταπώβ γιά τούς ὁποίους ὁμιλεῖς. Αὐτές εἶναι μυστηριακές πράξεις στήν ἐξωτερικήν μόνον μορφήν των, ἐνῷ στήν οὐσίαν εἶναι πράξεις ὑφαρπαγῆς τῆς μυστηριακῆς δραστηριότητος, ὁπότε εἶναι βλάσφημες, χωρίς χάριν, μή ἐκκλησιαστικές. Τά Μυστήρια, ὅμως, τά ὁποῖα τελοῦνται ἀπό τούς Σεργιανιστάς πού εἶναι ὀρθῶς χειροτονημένοι καί στούς ὁποίους δέν ἀπαγορεύεται νά ὑπηρετοῦν ὡς ἱερεῖς, εἶναι ἀναμφιβόλως σωστικά Μυστήρια γι’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι τά λαμβάνουν μέ πίστιν, μέ ἁπλότητα, χωρίς διαβουλεύσεις καί ἀμφιβολίες γιά τήν ἀποτελεσματικότητά των, καί οἱ ὁποῖοι οὔτε κἄν ὑποπτεύονται τίποτε τό ἐσφαλμένον στήν Σεργιανιστικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτοχρόνως, ὅμως, τά ἐν λόγῳ μυστήρια εἶναι πρός κρίσιν καί καταδίκην αὐτῶν πού τά τελοῦν, καθώς καί αὐτῶν πού συμμετέχουν σ’ αὐτά, παρά τό γεγονός ὅτι γνωρίζουν πολύ καλῶς ὅτι στόν Σεργιανισμόν ὑπάρχει ἀναλήθεια, καί παρά ταῦτα δέν ἀντιτίθενται εἰς αὐτόν, γεγονός πού φανερώνει μίαν κακουργηματικήν ἀδιαφορίαν γιά τήν διακωμώδησιν τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτόν τόν λόγον, εἶναι οὐσιαστικόν γιά ἕνα Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον ἤ ἱερέα ν’ ἀπέχῃ ἀπό τήν κοινωνίαν μέ τούς Σεργιανιστάς στήν προσευχήν. Τό αὐτό εἶναι ἐξ ἴσου οὐσιαστικόν καί γιά τούς λαϊκούς πού ἔχουν συνειδητήν συμπεριφοράν εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς".
(Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς πρὸς ἄδηλο Ἱεράρχη, Φεβρουάριος 1934 - 
το πρωτότυπο εδώ, και η αγγλική μετάφραση εδώ, εκ της οποίας μετέφρασε το απόσπασμα στην ελληνική, κατά παράκλησή μας, ο Αν. Καθηγητής του Παν/μίου Ιωαννίνων κ. Δημήτριος Χατζηνικολάου, τον οποίον και ευχαριστούμε θερμώς).



Ο Άγιος Ομολογητής πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος (+1955)
για τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών



«Κατὰ τὴν θεμελιώδη ταύτην  τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀρχήν, μία Ἐκκλησία τότε μόνον ἔχει κῦρος καὶ τὰ μυστήρια αὐτῆς ἁγιαστικὴν χάριν καὶ ἐνέργειαν, ὅταν αὕτη συστηθῇ ἢ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ  τότε μόνον αὕτη ἀπόλλυσι τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ τὴν ἁγιαστικὴν δύναμιν καὶ ἐνέργειαν τὰ Μυστήρια Αὐτῆς, ὅταν Αὕτη διὰ μίαν κακοδοξίαν κηρυχθῇ αἱρετικὴ ἢ Σχισματικὴ ὑπὸ  τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἧς τὴν ἔγκυρον γνώμην καὶ τελεσίδικον ἀπόφασιν διερμηνεύει ἡ Οἰκουμενικὴ καὶ Πανορθόδοξος Σύνοδος. …Ἂν δὲ ἡμεῖς ἀπερχόμενοι εἰς ἐξορίαν ὠνομάσαμεν τὸν ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν, τὴν λέξιν σχίσμα μετεχειρίσθημεν  οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑφ’ ἣν μεταχειρίζεται ταύτην ἡ Ἐκκλησία ἵνα σημάνῃ τὴν ἀπόσχισιν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν συνεπείᾳ ταύτης ἀποξένωσιν τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μυστηρίων, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἑορτολογικὴς καινοτομίας ἀπέσχισε ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῷ Ἱεραρχίαν τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν τήρησιν τῶν νηστειῶν.  …τότε μόνον θὰ καταστῶσιν καὶ ἐνεργείᾳ ἔκπτωτοι τῆς θείας χάριτος καὶ ἀλλότριοι τοῦ ὀρθοδόξου πνεύματος τῶν μυστηρίων, ὅταν οὕτοι κηρυχθῶσι τοιοῦτοι καὶ ἐνεργείᾳ σχισματικοὶ ὑπὸ πανορθοδόξου Συνόδου».
   (Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Θεοφιλέστατον ἐπίσκοπον Κυκλάδων κυρὸν Γερμανὸν Βαρυκόπουλον  – Ἀθῆναι 9/11/1937)

   «Τοιαύτην γνώμην ἀκυρώσεως Μυστηρίων καὶ ἐπαναλήψεων τούτων δὲν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι καὶ ἀποφαίνωνται, οὐ μόνον μεμονωμένα ἄτομα ᾿Επισκόπων, μηδεμίαν ἁρμοδιότητα καὶ μηδὲν κῦρος ἐχόντων πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ μία ἐπὶ μέρους ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, ῟Ης καὶ μόνον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα εἶναι νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τοὺς κληρικούς, τοὺς περιπίπτοντας εἰς αἵρεσιν καὶ μὴ μετανοοῦντας καὶ ἀποπτύοντας αὐτήν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγκύρως καὶ ἀνυσίμως τελεῖν τὰ Μυστήρια· διότι, ὅστις δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ δίδῃ μίαν θείαν δωρεάν, δὲν ἔχει συνεπῶς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ ταύτην. …Καὶ ἂν οἱ Κανόνες θεωροῦν ἱεροσυλίαν τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ Μυστηρίου τῆς ῾Ιερωσύνης, πόσῳ μᾶλλον θεωροῦνται ἱερόσυλοι οἱ τολμῶντες ἄνευ οὐδεμιᾶς ἁρμοδιότητος καὶ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους νὰ κηρύττωσιν ἄκυρα τὰ Μυστήρια μιᾶς ἀνεγνωρισμένης ᾿Εκκλησίας, ἔστω καὶ ὑποδίκου ἀπέναντι τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας διὰ τὴν αὐθαίρετον εἰσαγωγὴν μιᾶς καινοτομίας; ᾿Ιδοὺ ὁ λόγος, δι᾿ ὅν ἡμεῖς ἀπέχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ κύρους Μυστηρίων, ὁμολογοῦντες, ὅτι πρὸς τοῦτο οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα καὶ δικαίωμα ἔχομεν ὑπὸ τῶν θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων, συναισθανόμενοι δὲ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλὸν ἡμῶν κατάστασιν ἀπέναντι τῆς ἱερότητος καὶ τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος καὶ δυνάμεως τῶν θείων καὶ ἱερῶν Μυστηρίων, ἐπαφίεμεν τοῦτο εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας…ἡμεῖς, γνῶσται τοῦ πνεύματος τῶν θείων Κανόνων καὶ τῶν σεπτῶν Δογμάτων καὶ παραδόσεων τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἠρνήθημεν νὰ θεωρήσωμεν τὴν ῾Ιεραρχίαν τῆς ῾Ελλάδος καὶ ἐνεργείᾳ σχισματικήν, ἀλλὰ δυνάμει μόνον, ἕως οὗ συνέλθῃ μία Σύνοδος ἔγκυρος, ἵνα δικάσῃ τοὺς καινοτόμους ᾿Αρχιερεῖς, ἀρνουμένους δὲ τούτους μετὰ τὸν ἐπαρκῇ διαφωτισμὸν νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Παράδοσιν τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου, καθαιρέσῃ καὶ ἀποσχίσῃ καὶ σχισματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ νὰ διακηρύξῃ, ὁπότε θὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς ὀλίγους ὀρθοδοξοῦντας ᾿Αρχιερεῖς ὡς μόνους ἐκπροσώπους τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας».
(Ἐκ τῆς Ποιμαντορικῆς Ἐγκυκλίου, Ἀθῆναι 1-6-1944)

   «Ἐντεῦθεν συνάγομεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι μία ἀνεγνωρισμένη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τότε μόνον ἀπόλλυσι τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν καὶ τὸ κῦρος τῶν θείων Μυστηρίων, ὅταν ἀναγνωρισθῇ καὶ αὕτη αἱρετικὴ ἢ σχισματικὴ ὑπὸ Πανορθοδόξου Συνόδου, μόνης δικαιουμένης νὰ ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτῆς τὴν Χάριν καὶ τὸ Θεῖον κῦρος τῶν Μυστηρίων, διότι καὶ μόνη Αὕτη δικαιοῦται νὰ παρέχῃ ταῦτα εἰς Αὐτήν. Κατὰ ταῦτα, ἐπειδὴ τὴν ἁγιαστικὴν Χάριν καὶ τὸ κῦρος τῶν θείων Μυστηρίων δὲν παρέχει ὁ τελῶν ταῦτα ᾿Επίσκοπος ἢ ὁ ῾Ιερεύς, ὅστις εἶναι μόνον ἁπλοῦν μέσον καὶ ὄργανον μεταδοτικὸν τῆς Χάριτος, ἀλλ᾿ ἡ ὀρθόδοξος ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας τελοῦνται ταῦτα, ἡ τυχὸν ἀντορθόδοξος ἀντίληψις εἴς τινα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἰάσιμα κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἐφ᾿ ὅσον αὕτη δὲν κρίνεται καὶ δὲν καταδικάζεται ὑπὸ ἐγκύρου Συνόδου, δὲν δύναται νὰ μειώσῃ, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ ἀφαιρέσῃ, τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τὸ κῦρος τῶν ἐν ὀνόματι ταύτης τελουμένων μυστηριακῶν πράξεων…Τὸ δὲ δημοκοπικὸν καὶ ἐκμεταλλευτικὸν τῆς ἀντιθέτου γνώμης ἔγκειται, ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἐλπίδα νὰ προσηλυτίσωσι καὶ ἄλλους ὀπαδοὺς εἰς τὸ Πάτριον Ἑορτολόγιον, ἐπισείοντες ὡς φόβητρον τὴν ἀκυρότητα τῶν Μυστηρίων τῶν Νεοημερολογιτῶν, ἀφ’ ἐτέρου δὲ εἰς τὴν συγκράτησιν τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν, καὶ δὴ τῶν εὐπίστων καὶ χλιαρῶν εἰς τὸν ἱερὸν Ἀγῶνα ἡμῶν».
(Ἐκ τῆς Διασαφήσεως Ποιμαντορικῆς Ἐγκυκλίου, Ἀθῆναι, 18-1-1945)



Ο μακαριστός Πατήρ Θεοδώρητος ο Αγιορείτης (+2007) 
για τα Μυστήρια των εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστών



" ὕπαρξις Χάριτος δὲν ἐξασφαλίζει τὴν σωτηρίαν· εὐκολώτατα δύναταί τις νὰ μεταλαμβάνη ὑποστατικῶς "Σῶμα καὶ Aἶμα Xριστoῦ" καὶ παρὰ ταῦτα νά... κολάζεται! Ἀπόδειξις τούτου, οἱ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ λόγοι τοῦ Κυρίου, κατὰ τοὺς ὁποίους καὶ οἱ ἐργαζόμενοι θαύματα καὶ δυνάμεις καὶ προφητείας, ἐὰν δὲν ἔχουν ἰδίαν ἀρετὴν θά... κολασθοῦν! (Μτθ. ζ' 21 -23)"
(Β΄ Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πρωθιερέα κ. Εὐγένιον Τόμπρον, 1972)

"Ἡ θεωρία σας περὶ ἀπωλείας τῆς Χάριτος τῶν πρὸ συνοδικῆς κρίσεως ἐν γνὠσει αἱρετικῶν δὲν εὐσταθεῖ. Καὶ κάτι ἄλλο. Ποιὸς θὰ μᾶς πληροφορήσει ὅτι ὁ α΄ κληρικὸς σήμερον ἢ ὁ β΄ αὔριον καὶ γ΄μεθαύριον ἐγένοντο συνειδητὰ αἱρετικοί; Σεῖς ἢ ἐγῶ; Ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸ δείχνουν αἱ πράξεις των. Ναὶ, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ γίνωνται αὗται οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως, ὁπότε κρινόμενοι ἐν συνόδῳ νὰ εὐρεθοῦν οὐχὶ συνειδητὰ αἱρετικοί. Συνεπῶς πρέπει νὰ ὑπάρχει κάποιο ἐπίσημο καὶ τελεσίδικον ὄργανον ποὺ θὰ μᾶς δίνη τὴν ἀνωτέρω πληροφορίαν καὶ τέτοιο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ σύνοδος".
(Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς πρὸς Ἀ. Κ., 6 Μαΐου 1979)

"Στὴν ἀπεγνωσμένη του προσπάθεια (σ. ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος) νὰ αποδείξη τοὺς Παλαιοημερολογίτας σχισματικούς καταφεύγει στὸ ἐξὴς σοφιστικὸν ἐπιχείρημα: «Ἂν οἱ Νεοημερολογίται ἔχωσιν ἔγκυρα Μυστήρια, ἂν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδoς ἔχῃ Χάριν, τότε εἶναι πράγματι Ἐκκλησία Ὀρθόδοξος, Ἐκκλησία Χριστοῦ, καὶ πᾶς ἀποχωρῶν ἐξ αὐτῆς καθίσταται σχισματικός» (Δύο άκρα, σ. 204). Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐκ θεμελίων ἀπατηλὸν καὶ πονηρόν! Καὶ τοῦτο, διότι εἶναι δυνατὸν εἷς ἐπίσκοπος, ἢ μία Ἐκκλησία νὰ ἔχῃ Χάριν, ἀλλὰ δυνάμει νὰ εἶναι σχισματική, ἢ αἱρετική, διδαχὴν τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται καὶ ὁ π. Ἐπιφάνιος! Ὁ πιστὸς δὲ ποὺ θὰ μετέχη τοῦ Ποτηρίου μιᾶς τέτoιας Ἐκκλησίας, λαμβάνει μὲν Χριστόν, ἀλλὰ πρὸς κατάκρισιν καὶ ὄχι πρὸς φωτισμὸv καὶ θέωσιν, ώς συμβαίνει πάντοτε με τοὺς ἀναξίως κοινωνοῦνταςἩ ἀνωτέρω κατάκρισις θὰ εἶναι ποικίλη, ἐξαρτωμένη πάντοτε ἀπὸ τὸν βαθμὸν ἐπιγνώσεως τῆς κακοδοξίας. Συνεπῶς ἀπὸ μιὰ τέτοια δυνάμει σχισματική, ἢ αἱρετικὴ Ἐκκλησία, ὅταν ὁ ὀρθόδοξος πιστός, λαϊκὸς ἢ κληρικός, ἀπομακρυνθῇ καὶ διακόψη πᾶσαν μετ᾿ αὐτῆς κοινωνίαν, δὲν καθίσταται, σχισματικός, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὴν διδαχὴν τῶν ἱερῶν Κανόνων ἐπαίνου άξιος! Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας ὑπὸ τοῦ π. Ἐπιφαvίου. Οὕτως ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας κατέστη δυνάμει σχισματική, καὶ λόγῳ τῆς οἰκουμενιστικῆς της συμπλεύσεως μὲ τὸ Φανάρι, δυνάμει αἱρετική. Διὰ τοῦτο καὶ πᾶς πιστὸς ὑποχρεοῦται νὰ μὴ κοινωνῆ μὲ τετοιους ποιμένας, οἱ ὁποῖοι συλλειτουργοῦν καὶ συμπορεύονται μὲ Ἀθηναγόραν καὶ Ἰάκωβoν Ἀμερικῆς (σ. Βαρθολομαῖον σήμερα καὶ λοιποὺς οἰκουμενιστάς), οἱ ὁποῖοι «ἀπέδειξαν ἑαυτοὺς ὡς μηδένα ἐσωτερικὸv καὶ βαθύτερoν δεσμὸν ἔχοντας πρὸς τὴν ἀκήρατον καὶ ἀμώμητον ὀρθoδoξίαv»".
(Τὸ Ἀντίδοτον, 1990)

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος δ΄)


(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού


Ζ. Ολοκληρώνοντας το παραπάνω κεφάλαιο ο Σ. εκθέτει και τις θέσεις του Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνος (Β.Ι. στο εξής) - με τις οποίες είναι σύμφωνος όπως δηλώνει[111] - και οι οποίες είναι οι εξής:
ζ1. Οι σύγχρονοι ετερόδοξοι (Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες) δεν μπορούν να εξομοιωθούν βάναυσα με τους αρχαίους αιρετικούς, διότι αποδέχονται τη θεότητα των τριαδικών προσώπων και την πληρότητα και τελειότητα της θεότητας και της ανθρωπότητας του Χριστού, επομένως σφάλλουν όσοι θεωρούν ψευδοεκκλησίες τους ετεροδόξους, και
ζ2. Σφάλλουν επίσης όσοι αποδέχονται την αποκλειστικότητα της Εκκλησίας για την σωτηρία.
Ας τις δούμε αναλυτικά:
ζ1. Ο Σ. - διά του Β.Ι. - χρησιμοποιεί τον διάσημο Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο για να πείσει πως δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των Δυτικών με τους αρχαίους αιρετικούς, επειδή οι πρώτοι αποδέχονται την θεότητα του Χριστού. Παραθέτει μάλιστα και την εξής φράση του Φιλαρέτου: «Καμιὰ Ἐκκλησία ποὺ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Χριστός, δὲ θὰ εἶχα τὸ θράσος νὰ τὴ χαρακτηρίσω ὡς ψευδῆ». Ο Β.Ι. χρησιμοποίησε την φράση αυτή για να αντικρούσει τις θέσεις των π. Ιουστίνου Πόποβιτς και αρχιεπισκόπου Αβερκίου, οι οποίες ταυτίζονται με τις θέσεις των Συνόδων και Πατέρων που αναφέρθηκαν παραπάνω (θεωρούν δηλαδή και εκείνοι τους Δυτικούς ως αιρετικούς ψευδοχριστιανούς και τις κοινότητές τους ως ψευδοεκκλησίες).
 Ας δούμε το απόσπασμα στο οποίο βρίσκεται η επίμαχη φράση του Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου: «…κρατώντας τα παραπάνω λόγια της Αγίας Γραφής[112], καμία Εκκλησία που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι Χριστός δε θα τολμούσα να την αποκαλέσω ψεύτικη. Η Χριστιανική Εκκλησία μπορεί να είναι είτε «αμιγώς αληθινή», δηλώνοντας την αληθινή και σώζουσα θεία διδασκαλία χωρίς να αναμιγνύεται με τις ψευδείς και επιβλαβείς απόψεις των ανθρώπων ή «όχι αμιγώς αληθινή», αναμειγνύοντας τις ψευδείς και επιβλαβείς απόψεις του ανθρώπου με την αληθινή και σωτηρία πίστη της διδασκαλίας του Χριστού»[113]. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψιν του ότι ο Φιλάρετος είχε εκφράσει την άποψη πως δεν είναι σωστό να τοποθετεί κανείς στο ίδιο επίπεδο τον Παπισμό με τον Αρειανισμό, είναι προφανές ότι προβαίνει σε μια ταξινόμηση των αιρετικών με βάση την ομολογία τους στην θεότητα του Ιησού Χριστού. Σαφώς όμως ο Μητροπολίτης Φιλάρετος εκφράζει την προσωπική του άποψη. Παρόμοια ταξινόμηση των αιρετικών έκανε ο σοφός Πατριάρχης Καλλίνικος ο Γ΄ ο εκ Ζαγοράς, ο οποίος διαιρούσε τους αιρετικούς σε δύο κατηγορίες: στους «ασεβείς», οι οποίοι δεν δέχονται το Χριστό και την Αγία Τριάδα (π.χ. Σιμωνιακοί, Νικολαΐτες κλπ.) και στους «δυσσεβείς», οι οποίοι και «Χριστὸν ὁμολογοῦντες καὶ Τριάδα δοξάζοντες καὶ εἰς Αὐτῆς τὴν ἐπίκλησιν βαπτίζονται, κακῶς ὅμως καὶ δυσσεβῶς περὶ αὐτῆς δογματίζοντες»[114] (π.χ. Αρειανοί, Μακεδονιανοί, Απολιναριστές). Στην κατηγοριοποίηση όμως αυτή (ερειδόμενη επί των Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, που χώριζαν τους αιρετικούς σε βαπτιστέους και μη) προέβη όχι για να δικαιώσει τους «δυσεβείς» έναντι των «ασεβών» - όπως προσπαθούν οι Οικουμενιστές σήμερα, εκμεταλλευόμενοι και την θέση του Φιλαρέτου Μόσχας, να δικαιώσουν τους «ετεροδόξους» έναντι των «αιρετικών» (με τα νοήματα που δίνουν εκείνοι στους δύο αυτούς όρους) -, αλλά για να εκφράσει την αντίθεσή του έναντι του αναβαπτισμού των Δυτικών, τους οποίους ο Καλλίνικος κατέτασσε στην δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στους μη βαπτιστέους, αλλά μόνο με χρήση Μύρου εισακτέους στην Εκκλησία. Παρόλα αυτά η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 1756 ορθά αποφάσισε την εισδοχή των Δυτικών στην Ορθοδοξία διά Βαπτίσματος, αφού οι Λατίνοι παραχάραξαν τον τύπο του Βαπτίσματος και επικύρωσαν συνοδικά (με την εν Τριδέντω Ψευδοσύνοδό τους) την παραχάραξη αυτή.
Επανερχόμενοι στην επίμαχη φράση του Μητροπολίτου Φιλαρέτου πρέπει να πούμε πως αυτή επικρίθηκε από τον συμπατριώτη του μεγάλο θεολόγο, Άγιο, Ιερομάρτυρα και Ομολογητή Ιλαρίωνα Τρόιτσκι (+1929), ο οποίος έγραψε τα εξής προς τον γνωστό προτεστάντη και μέγα οικουμενιστή της εποχής Robert Gardiner: «Στην επιστολή σας στις 12/25 Ιουνίου 1915, στον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο [Khrapovitsky], προσκομίζετε την άποψη του διάσημου Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, ο οποίος έγραψε σε μία από τις πρώτες του διατριβές: «Καμία εκκλησία που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός δεν θα τολμούσα να την αποκαλέσω ψεύτικη»[115]. Αλλά υπάρχουν αρκετά εμπόδια για να αναγνωρίσουμε ως έγκυρο τον συλλογισμό του Μητροπολίτου Φιλαρέτου πως οι εκκλησίες μπορούν να είναι είτε από καθαρή αλήθεια, είτε από μη καθαρή αλήθεια. Μια εκκλησία μη καθαρής αλήθειας μου φαίνεται προφανώς ψεύτικη και δεν μπορεί να υπάρξει ψεύτικη εκκλησία. Μια τέτοια εκκλησία παύει να είναι εκκλησία, καταντώντας μια εξωεκκλησιαστική κοινότητα»[116]. Όπως παρατηρεί κανείς, ο Άγιος Ιλαρίων όχι μόνο συντάσσεται με την γνώμη της συντριπτικής πλειοψηφίας των προ αυτού Πατέρων και Συνόδων (όπως φανερώθηκε και από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν παραπάνω), αλλά δικαιώνει και όσους εκ των μεταγενεστέρων εξέφρασαν την ίδια θέση (π. Ιουστίνο, αρχιεπ. Αβέρκιο κ.α.), ενώ η συγκεκριμένη θέση του μακαριστού Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου (αν υποτεθεί βεβαίως ότι την εννοούσε όπως την εννοούν οι οικουμενιστές, λαμβανομένου υπόψιν ότι ο Φιλάρετος είχε υπόψιν του έναν παπισμό προ της Α΄ και Β΄ Βατικανής που τον διέστρεψαν ακόμη περισσότερο) έρχεται σε αντίθεση με το Consensus Patrum.
ζ2. Εν συνεχεία ο Σ. παραθέτει την (εν σελίδι 22) θέση του Β.Ι. -  ο οποίος ρητώς «δὲν ἀποδέχεται τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ σωτηρία» - σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατόν «οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες νὰ θεωροῦνται καρπὸς τῆς ἀνθρώπινης πονηρίας ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τὸ 99% τοῦ ἀνθρωπίνου πληθυσμοῦ». Παράλληλα ο ίδιος ο Σ. εκφράζει για το θέμα την άποψη πως «τὸ νὰ θεωρεῖ κάποιος ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ βάλει φραγμὸ στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ». Κλείνει δε το θέμα αυτό (και ολόκληρο το κεφάλαιο «Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι») με τα εξής, που αφορούν τους διαφωνούντες με τις θέσεις αυτές: «Εἶναι βεβαίως «δικαίωμά» τους νὰ ἀκολουθοῦν τὶς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης καὶ μάλιστα σὲ ὅλες της τὶς πτυχές. Ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ ἀντίληψή τους αὐτὴ ἔχει ἔρεισμα στὴ Βίβλο καὶ τὴν Πατερικὴ Θεολογία (Ἀνεφέρθη ἤδη ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸν Ἱ. Αὐγουστῖνο. Στὴ συνέχεια θὰ παρατεθοῦν καὶ ἄλλα)».
Αναλύοντας τα παραπάνω πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:
i. Η θέση περί της μη αποκλειστικότητας της Εκκλησίας για την σωτηρία, αποτελεί κεντρική θέση των Οικουμενιστών, οι οποίοι θεωρούν πως το αντίθετο αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία μιας προσωπικής απόψεως του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος. Είναι όμως το ρητό «extra ecclesiam nulla salus»[117] («εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία») προσωπική γνώμη του Αγίου ή καθολική γνώμη των Πατέρων; Ας δούμε τι λένε οι Άγιοι, ώστε να δούμε αν έχει δίκαιο ο Σ. να μας κατηγορεί ότι η αντίληψή μας δεν έχει έρεισμα στην Βίβλο[118] και την Πατερική Θεολογία:
α) Μιας και ο Σ. παραθέτει ένα βολικό ρητό του Αγίου Αυγουστίνου για το θέμα ας αρχίσουμε με τον Άγιο αυτόν (από τα αυθεντικά συγγράμματά του και όχι μέσα από το πρίσμα τρίτων). «Extra Ecclesiam catholicam totum potest praeter salutem» («εκτός της Καθολικής Εκκλησίας μπορεί κανείς να έχει τα πάντα εκτός από τη σωτηρία») διδάσκει και ο Άγιος Αυγουστίνος! Στο έργο του «SERMO AD CAESARIENSIS ECCLESIAE PLEBEM» γράφει: «Εκτός της Καθολικής Εκκλησίας μπορεί κανείς να έχει τα πάντα εκτός από τη σωτηρία. Μπορεί να έχει τιμή, μπορεί να έχει μυστήρια, μπορεί να ψάλλει «Αλληλούια», μπορεί να απαντήσει «Αμήν», μπορεί να κρατήσει το Ευαγγέλιο, μπορεί να πιστεύσει και να κηρύξει το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά πουθενά εκτός της Καθολικής Εκκλησίας δεν είναι σε θέση να βρει σωτηρία»[119]. Σε άλλο έργο του («AD CATHOLICOS EPISTOLA CONTRA DONATISTAS VULGO DE UNITATE ECCLESIAE LIBER UNUS») επισημαίνει: «Αυτή η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, όπως λέει ο Απόστολος «ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία» (Κολ. α΄, 24), από το οποίο είναι σαφές ότι αυτός που δεν είναι στα μέλη του Χριστού δεν είναι δυνατόν να έχει χριστιανική σωτηρία»[120]. Και παρακάτω: «Κανείς δεν φτάνει σε αυτήν τη σωτηρία και την αιώνια ζωή αν δεν έχει τον Χριστό ως κεφαλή του. Και κανείς δεν μπορεί να έχει τον Χριστό ως κεφαλή του, αν δεν είναι στο σώμα Του, που είναι η Εκκλησία»[121].
β) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «μιᾷ δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ προσήκουσαν τὴν σωτηρίαν ταύτην ἐπιστάμεθα καὶ μηδένα τῆς καθολικῆς ἔξωθεν ἐκκλησίας καὶ πίστεως μετέχειν Χριστοῦ δυνάμενον μηδὲ σώζεσθαι»[122].
γ) Ο Άγιος Φουλγέντιος, επίσκοπος Ρούσπης (+533): «Όχι μόνο οι ειδωλολάτρες, αλλά και όλοι οι Εβραίοι, και όλοι οι αιρετικοί και σχισματικοί που βρίσκονται έξω από τα όρια της Καθολικής Εκκλησίας, θα καταλήξουν στο αιώνιο πυρ, «τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε΄, 41)»[123].
δ) Ο Άγιος Νεκτάριος: «Οἱ μὴ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡνωμένοι εἰσὶν ἐκτὸς τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ… Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κιβωτοῦ ταῦτης τοῦ Νῶε, οὐδεμία ὑπάρχει σωτηρία. …Ἐκτὸς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας οὐδεμία ὑπάρχει σωτηρία»[124].
ε) Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Μόνο όσοι πιστεύουν στον Χριστό και την Εκκλησία που ιδρύθηκε από Αυτόν στη γη λαμβάνουν σωτηρία. Εκτός της ίδιας Εκκλησίας, στην οποία παραδίδεται η αληθινή διδασκαλία του Χριστού, τα σωτήρια διατάγματα και η καθοδήγηση των ποιμένων, δεν υπάρχει σωτηρία. …Η σωτηρία μας βρίσκεται στην Εκκλησία, όπως στην κιβωτό του Νώε, και πουθενά αλλού»[125].
στ) Ο Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόιτσκι, μέγας εκκλησιολόγος: «Μόνο στὴν Ἐκκλησία μπορεῖς νὰ φθάσεις στὸ «μέτρο ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» καὶ ἐπομένως, μόνο στὴν Ἐκκλησία εἶναι δυνατὴ ἡ γνήσια πρόοδος, ἡ ἀληθινὴ σωτηρία[126].
Σφάλλει επομένως ο Σ. σε άλλο, σχετικό με το θέμα μας, κείμενό του γράφοντας πως «ἡ μὴ σωτηρία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀπετέλεσε διδασκαλία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὅμως καὶ τῆς Ὀρθόδοξης»[127]. Η δε αντίληψη των Οικουμενιστών είναι πραγματικά αυτή που δεν έχει αγιοπατερικό έρεισμα! Οι Οικουμενιστές βεβαίως διαφωνούν με την παραπάνω πατερική θεώρηση διότι απλούστατα έχουν διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει "Εκκλησία". Γι᾿ αυτό το λόγο ο Οικουμενισμός είναι πρωτίστως εκκλησιολογική αίρεση.
Πρέπει απαραιτήτως να τονιστεί και κάτι πολύ σημαντικό. Η ορθόδοξη διδασκαλία, περί σωτηρίας μόνο εν τη Εκκλησία, δεν παρατέθηκε για να αποτελέσει αφορμή για θριαμβολογία (όπως μας κατηγορούν), ούτε για να οδηγήσει σε περιφρόνηση ή φανατισμό κατά των αλλοδόξων/αλλοθρήσκων, αλλά για να μας θέσει μπροστά στην ευθύνη που έχουμε όλοι οι Ορθόδοξοι για Ιεραποστολή. Μια Ιεραποστολή που η Οικουμενιστική Νεοεκκλησιολογία πρόδωσε, εν ονόματι μίας ψευδούς αγάπης και ενός κούφιου σεβασμού, ονομάζοντάς την «προσηλυτισμό».
ii. Σχετικά με την ύπαρξη Θείας Χάριτος εκτός Εκκλησίας, αν ο Σ. κατηγορεί όσους δεν αποδέχονται την ύπαρξή της πως βάζουν φραγμό στην παντοδυναμία του Θεού, εύλογα κάποιος θα μπορούσε να αντιστρέψει την κατηγορία και να ισχυριστεί τα εξής: «το να θεωρεί κάποιος ὅτι ἐξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει χάρις Θεού, αυτὸ σημαίνει ότι επιχειρεί να αποδείξει μάταιο το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία». Για ποιο λόγο τότε να ενσαρκωθεί ο Χριστός; Υπήρχε άραγε δυνατότητα σωτηρίας προ Χριστού; Η απάντηση είναι αρνητική.
Επομένως Θεία Χάρις σώζουσα, δεν υπάρχει εκτός της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού. Υπάρχει όμως Θεία Χάρις που ωθεί «μυστικῶς  τοὺς  ἐκτὸς  τῆς  Ἐκκλησίας  πρὸς  μετάνοιαν καὶ ἐπιστροφὴν ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ Καθολικότητι τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας»[128]. Γι᾿ αυτό και ο Ιερομάρτυς Στάρετς Νίκων της Οπτίνα δίδασκε «ευκαιρία σωτηρίας δίνεται παντού από τον Θεό σε όλους»[129].
Ας μη προσπαθούμε λοιπόν να φανούμε πιο φιλάνθρωποι από τον Θεό και με ορθολογιστικούς υπολογισμούς του δήθεν ποσοστού των σεσωσμένων να καταλήγουμε σε αιρετικές θέσεις, όσο και αν αυτές ακούγονται αρεστές στην «φιλάνθρωπη» εποχή μας[130].
Η. Ο Σ. με το κεφάλαιο «Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ οἱ Ἑτερόδοξοι στὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης» παρουσιάζει το Πατριαρχείο Μόσχας να συμφωνεί με την εκκλησιολογία της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης. Εδώ έχει απόλυτο δίκαιο! Κακώς πολλοί επικριτές της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να την αποδεχθούν βασιζόμενοι στην αποχή της Εκκλησίας της Ρωσίας από αυτήν. Το Πατριαρχείο Μόσχας είναι εξίσου οικουμενιστικό με τα άλλα, ίσως και περισσότερο. Αυτό πρέπει να τονιστεί, διότι πολλοί μας κατηγορούν ότι αντιστεκόμενοι στον οικουμενισμό του Φαναρίου υπηρετούμε τα πανσλαβιστικά σχέδια των Ρώσων. Εμείς οι Ορθόδοξοι απορρίπτουμε και τον εθνοφυλετισμό. Αποδεχόμαστε ως αδελφούς εν Χριστώ και κοινωνούμε μαζί τους, όσους πιστεύουν όλα όσα πιστεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Προτιμούμε λοιπόν να ορθοφρονούμε μετά των Ζουλού ή των Εσκιμώων, αν αυτοί είναι πραγματικά Ορθόδοξοι, παρά με τους Έλληνες οικουμενιστές. Οι δε Ρώσοι, του Πατριαρχείου Μόσχας, είναι οικουμενιστές και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.
Στο δεύτερο μέρος του κεφαλαίου ο Σ. θίγει θέματα τα οποία απαντήθηκαν επαρκώς παραπάνω. Μόνο ένα ακόμη ζήτημα πρέπει να αναλυθεί λίγο περισσότερο: το ζήτημα των μυστηρίων των αιρετικών. Όπως έχει γίνει ήδη κατανοητό οι οικουμενιστές κάνουν διάκριση των εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας «χριστιανών» σε αιρετικούς και ετερόδοξους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνωρίζει τέτοια διάκριση. Τους εκτός Εκκλησίας «χριστιανούς» τους θεωρεί αιρετικούς. Η δε διάκριση που κάνει σε σχέση με τον τρόπο αποδοχής αυτών στους κόλπους Της, όταν εφαρμόζει την Οικονομία, δεν αποτελεί αναγνώριση σωστικών Μυστηρίων εκτός των ορίων Της.
Η Εκκλησία όμως κάνει μια άλλη σημαντική διάκριση των αιρετικών, την οποία ο Σ. δεν λαμβάνει υπόψιν με αποτέλεσμα να καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Η Εκκλησία λοιπόν κάνει διάκριση μεταξύ αιρετικών «συνοδικῶς ἀνεξελέγκτων» και «μὴ ἐληλεγμένων συνοδικῶς»[131], ήτοι ακρίτων και κεκριμένων. Και ενώ των δεύτερων τα Μυστήρια θεωρεί απαράδεκτα, ως εκτός Εκκλησίας γενόμενα, των μεν πρώτων τα αποδέχεται ως τελούμενα ακόμη εξ ονόματος Της, αφού «τὴν ἁγιαστικὴν Χάριν καὶ τὸ κῦρος τῶν θείων Μυστηρίων δὲν παρέχει ὁ τελῶν ταῦτα ᾿Επίσκοπος ἢ ὁ ῾Ιερεύς, ὅστις εἶναι μόνον ἁπλοῦν μέσον καὶ ὄργανον μεταδοτικὸν τῆς Χάριτος, ἀλλ᾿ ἡ ὀρθόδοξος ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας τελοῦνται ταῦτα»[132]. Σφάλλει μεγάλως λοιπόν ο Σ. όταν, παραπέμποντας στην αποδοχή των Εικονομάχων από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, γράφει (σελ. 24) πως «γιὰ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ Ἐκκλησία ἔκανε διάκριση μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἀνεγνώριζε μυστήρια τελούμενα σὲ αὐτές, φθάνοντας μάλιστα ὄχι μόνο νὰ ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ τὸ Χρίσμα καὶ τὴν ἱερωσύνη, ὅταν ἐπρόκειτο μέλη τῶν αἱρέσεων αὐτῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία». Ουδέποτε η Εκκλησία αναγνώριζε Μυστήρια τελούμενα εκτός Αυτής, παρά μόνο όταν αυτά τελούνταν από ακρίτους αιρετικούς, οι οποίοι τυπικώς ανήκαν ακόμη σε Αυτήν, όπως τα Μυστήρια των Αρειανοφρόνων προ της καταδίκης τους από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (π.χ. χειροτονία του Αγίου Μελετίου Αντιοχείας), των Μονοφυσιτών προ της καταδίκης τους από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (π.χ. χειροτονία Αγίου Ανατολίου Κωνσταντινουπόλεως), των Μονοθελητών προ της καταδίκης τους από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο[133], των Εικονομάχων προ της καταδίκης τους από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Των δε κεκριμένων αιρετικών τα Μυστήρια δεν τα αναγνώριζε ούτε κατ᾿ Ακρίβεια, ούτε κατ᾿  Οικονομία. Ακόμη και η τυχόν μη επανάληψη του Μυστηρίου του Βαπτίσματος δεν σημαίνει αναγνώριση του εκτός Εκκλησίας τελουμένου μυστηρίου. Ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας Χρήστος Ανδρούτσος παρατηρεί σχετικώς: «Ἡ μὲν ἰδέα τῆς ἀναζωογονήσεως τῶν μυστηρίων ἐν τῇ ἐπιστροφῇ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν εἶνε ἀπαράδεκτος, διότι ὑποτίθησιν ὅτι ὑπάρχουσιν αἱρετικοὶ τελοῦντες ἐγκύρως τὰ μυστήρια, ὅπερ δὲν ἀποδέχεται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀφ᾿ οὗ τοὺς αὐτοὺς αἱρετικοὺς ὁτὲ μὲν ἀναβαπτίζει ὁτὲ δὲ οὐχί, ἢ τοὺς αὐτοὺς ἄλλη σύνοδος δέχεται, ἄλλη δ᾿ οὐχί»[134]. Απλά, όταν κάνει χρήση της Οικονομίας, «ἡ Ἐκκλησία δύναται ἀσκοῦσα ἰσχυρῶς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς (σ. ημ. ως ταμειούχος της Χάριτος) νὰ καταστήσει ἔγκυρον τὸ φύσει ἄκυρον»[135].  
Ο Σ. αμέσως μετά γράφει πως «ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσει τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ ληστῆ ποὺ μπῆκε στὸν Παράδεισο, χωρὶς νὰ ἔχει δεχθεῖ κανένα μυστήριο»! Αυτό όμως δεν είναι ορθό, διότι, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, ο Ληστής δεν εισήλθε στον Παράδεισο αβάπτιστος:
α) Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος γράφει: «Ο Ληστής έλαβε το ράντισμα της αφέσεως των αμαρτιών μέσω του μυστηρίου του ύδατος και του αίματος που ανέβλυσε από την πλευρά του Χριστού»[136].
β) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ακόμη πιο αναλυτικά: «Πηγάζει γὰρ αἷμα καὶ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Χριστοῦ, ἵνα καὶ τὸ καθ ἡμῶν χειρόγραφον τῆς ἁμαρτίας ἀπαλείψῃ, καὶ τῷ αἵματι αὐτοῦ καθαρισθῶμεν, καὶ τὸν παράδεισον ἀπολάβωμεν. Ὢ μυστηρίου μεγάλου! μετενόησεν ὁ λῃστὴς, χρεία ἦν ὕδατος, ἵνα βαπτισθῇ· ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐκρέματο, οὐκ ἦν ἕτερος τόπος βαπτίσματος, οὐ πηγὴ, οὐ λίμνη, οὐκ ὄμβρος, οὐχ ὁ τὴν μυσταγωγίαν ἐκτελῶν· πάντες γὰρ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων ἔφυγον οἱ μαθηταί· ἀλλ οὐκ ἠπόρησεν ὁ Ἰησοῦς ναμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ σταυροῦ κρεμάμενος δημιουργὸς ὑδάτων γέγονεν. Ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷόν τε ἦν εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τὸν λῃστὴν δίχα βαπτίσματος, ἐχρῆν δὲ τὸν μετανοήσαντα μὴ ἀμοιρῆσαι τοῦ βαπτίσματος, ὕδωρ καὶ αἷμα προήκατο τῆς νυγείσης αὐτοῦ πλευρᾶς ὁ Σωτὴρ, ἵνα καὶ τὸν λῃστὴν ἐλευθερώσῃ τῶν ἐπηρτημένων κακῶν, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ λύτρον ἀποδείξῃ γενόμενον τῶν εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἐχόντων»[137]. Και αλλού: «Ἐπηγγείλατο μὲν τὴν σωτηρίαν ὁ Σωτήρ· καιρὸς δὲ οὐκ ἦν, οὐδὲ ἐνεδίδοτο τῷ λῃστῇ πιστεῦσαι καὶ φωτισθῆναι· ὁ Σωτὴρ γὰρ ἀπεφήνατο· Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Οὐχ ηὕρισκεν εὐκαιρίαν ἢ παῤῥησίαν ὁ λῃστὴς, οὐκ εἶχε καιρὸν βαπτισθῆναι· ἐν τῷ σταυρῷ γὰρ ἐκρέματο. Εὑρίσκει τοιγαροῦν ὁ Σωτὴρ ἐν ἀπόροις πόρον. Ἐπειδὴ γὰρ ἐπίστευσε τῷ Σωτῆρι ὁ πεπαλαιωμένος ταῖς ἁμαρτίαις, καὶ ἔδει αὐτὸν καθαρισθῆναι, οἰκονομεῖ ὁ Χριστὸς μετὰ τὸ πάθος τὸν στρατιώτην νύξαι τῇ λόγχῃ τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκπηδᾷ αἷμα καὶ ὕδωρ· ἐκ γὰρ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ, φησὶν ὁ Εὐαγγελιστὴς, Ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ, ἐν ἀληθείᾳ τοῦ πεσόντος, εἰς τύπον τῶν μυστηρίων. Καὶ οὐκ ἐξῆλθε δὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ οὕτως ἁπλῶς ῥέον, ἀλλὰ ῥοίζῳ, ἵνα ῥαντίσῃ τὸ σῶμα τοῦ λῃστοῦ· τὸ γὰρ μετὰ ῥοίζου πεμπόμενον ῥαντίζει, τὸ δὲ ῥέον ἠρέμα ῥέει, καθὼς ἔρχεται. Ἀλλὰ μετὰ ῥοίζου ἐξῆλθεν τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς, ἵνα ῥαντίσας τὸν λῃστὴν βαπτίσῃ, ὡς καὶ ὁ Ἀπόστολος λέγει· Προσεληλύθαμεν Σιὼν ὄρει καὶ αἵματι ῥαντισμοῦ κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ»[138].
γ) Ο Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ στο Συναξάριο για τα Θεοφάνεια αναφέρεται στον Ληστή «για τον οποίο το νερό που χύθηκε από την πλευρά του Χριστού έγινε το ύδωρ της βαπτίσεως»[139].
Οι προσωπικές απόψεις του Σ. περί της δυνατότητος αναγνωρίσεως Θείας Χάριτος των «μυστηρίων των ετεροδόξων» δεν θα σχολιαστούν περαιτέρω. Μόνο ας καταγραφεί μια απορία. Είναι δυνατόν, όταν υπάρχει, εκτός των καταδικασμένων αιρετικών φρονημάτων, όχι μόνο παραχάραξη των Μυστηρίων (στον Παπισμό), αλλά και ξεκάθαρη άρνηση αυτών (στον Προτεσταντισμό) εμείς να θέλουμε να αποδείξουμε με κάθε τρόπο ότι οι «ετερόδοξοι» έχουν έγκυρα και σωστικά Μυστήρια[140];  

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[111] Από την δική μου πλευρά δηλώνω την συμφωνία μου με τους - τιμωμένους υπό ημών των Ορθοδόξων ως άγιες μορφές - π. Ιουστίνο Πόποβιτς και αρχιεπίσκοπο Συρακουσών Αβέρκιο.
[112] Αναφέρεται στο εξής χωρίο: «Τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; Οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν» (Α΄ Ιω. β΄, 22).
[113] Μετάφραση ημέτερη. Από το έργο «Συζητήσεις μεταξύ ενός αβέβαιου και ενός πιστού σχετικά με την αληθινή πίστη της Ανατολικής Ελληνορωσικής Εκκλησίας», Πετρούπολη, 1815 (πρωτότυπος τίτλος του έργου: «Разговоры между испытующим и уверенным о православии восточной греко-российской церкви»).
[114] Αθανασίου Χρυσοβέργη, Οι θεολογικές κατευθύνσεις του Πατριάρχη Καλλινίκου Γ΄, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 112.
[115] Είναι τραγικό το γεγονός της αντιγραφής της επιχειρηματολογίας των προτεσταντών οικουμενιστών από τους εξ ορθοδόξων οικουμενιστές…
[116] The unity of the church, Montreal, 1975, p. 24 (μετάφραση ημέτερη).
[117] Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος, Επιστολή 72 (LXII).
[118] Η αποκλειστικότητα της Εκκλησίας για την σωτηρία φανερώνεται στην Γραφή και από τα εξής: α) Από το γεγονός πως μόνο όσοι ήταν στην Κιβωτό - που συμβολίζει την Εκκλησία κατά τους Πατέρες  - σώθηκαν, β) Από το γεγονός πως τα πρωτότοκα μόνο όσων ράντισαν με αίμα τις πόρτες τους σώθηκαν και γ) Από το γεγονός πως μόνο όσοι παρέμειναν εντός της οικίας της Ραάβ σώθηκαν.
[119] P.L. 43, 695 (μετάφραση ημέτερη). Στα αποσπάσματα του Ιερού Αυγουστίνου παρατίθεται και το πρωτότυπο κείμενο για την άρση κάθε αμφιβολίας ως προς τις θέσεις του Αγίου: «Extra Ecclesiam catholicam totum potest praeter salutem. Potest habere honorem, potest habere Sacramenta, potest cantare Alleluia, potest respondere Amen, potest Evangelium tenere, potest in nomine Patris et Filii et Spiritus sancti fidem habere et praedicare: sed nusquam nisi in Ecclesia catholica salutem poterit invenire».
[120] P.L. 43, 392 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο κείμενο: «Haec autem Ecclesia corpus Christi est, sicut dicit Apostolus: Pro corpore eius, quae est Ecclesia (Coloss. 1, 24.). Unde utique manifestum est eum, qui non est in membris Christi, christianam salutem habere non posse».
[121] P.L. 43, 429 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο κείμενο: «Ad ipsam vero salutem ac vitam aeternam nemo pervenit nisi qui habet caput Christum. Habere autem caput Christum nemo poterit nisi qui in eius corpore fuerit, quod est Ecclesia».
[122] P.G. 59, 725.
[123] M. J. Rouët de Journel, Enchiridion patristicum, Friburgi Brisgoviae, 1922, p. 712 (μετάφραση ημέτερη).
[124] Αγίου Νεκταρίου, Μελέται δύο Α΄ Περί της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας…, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα, 1987, σελ. 17, 31-32.
[125] Από το βιβλίο «Живой колос» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ioann_Kronshtadtskij/zhivoj-kolos/).
[126] Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόιτσκι, μετάφρ. π. Ιω. Φωτόπουλος, εκδ. Άθως, Αθήνα, 2012, σελ. 142.
[127] Αβύδου Κύριλλος: «Εμπιστεύομαι την Εκκλησία» (http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/8579-abudou-kurillos-empisteuomai-tin-ekklisia).
[128] Μητροπολίτου Ωρωπού & Φυλής Κυπριανού, Η «βαπτισματικὴ θεολογία» των  Οικουμενιστών…,  περιοδικό Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία, αρ. 26-29/Ιανουάριος-Δεκέμβριος 1992, σελ. 37 (http://www.hsir.org/Τheology_el/3f2005bΒapΤheol-1.pdf).
[129] Στο αξιόλογο κείμενο του π. Γεωργίου Μαξίμοφ «Εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία» (Георгий Максимов, Вне Церкви нет спасения: http://orthojournal.ru/ru/tema-vypuska/vne-tserkvi-net-spaseniya/item/55-вне-церкви-нет-спасения)
[130] Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα γράφει διαφωτιστικά για το πώς εμφανίστηκαν αυτές οι θέσεις στην χώρα του και στην εποχή του: «Μια άλλη ερώτηση: αν, όπως ειπώθηκε, εκτός από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που ονομάζεται Ορθόδοξη Εκκλησία, η σωτηρία άλλων θρησκειών είναι τόσο αμφίβολη, γιατί αυτή η αλήθεια δεν κηρύσσεται δημοσίως στη Ρωσία; Η απάντηση είναι πολύ απλή και ξεκάθαρη. Στη Ρωσία υπάρχει ανεξιθρησκεία και οι εθνικοί καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις στη χώρα μας σε ισότιμη βάση με τους Ορθόδοξους: οι αρχηγοί των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι ως επί το πλείστον ετερόδοξοι. Οι κυβερνήτες των επαρχιών και των περιφερειακών πόλεων είναι σε πολλές περιπτώσεις άπιστοι, οι δε συνταγματάρχες και οι διοικητές ταγμάτων είναι συχνά ετερόδοξοι. Όπου ο κληρικός ανοιχτά κηρύττει ότι δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο κάθε αλλόδοξος θα προσβληθεί. Εξ αίτιας αυτής της καταστάσεως, ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος έχει αρχίσει να μιλάει για το θέμα αυτό αόριστα. Ή ίσως μερικοί,  από το μόνιμο συγχρωτισμό με τους αλλόπιστους, και ακόμη περισσότερο από την ανάγνωση των γραφών τους, άρχισαν να σκέφτονται πιο επιεικώς για την ελπίδα της σωτηρίας και άλλων θρησκειών» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Amvrosij_Optinskij/otvet-blagosklonnym-k-latinskoj-tserkvi/).
[131] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, ό.π., σελ. 63.
[132] Αγίου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, Διασάφησις Ποιμαντορικής Εγκυκλίου, Αθήνα, 18-1-1945 (http://www.hsir.org/Theology_el/3f2004fpFlorinis-6.pdf)
[133] Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες στην Σύνοδο Πατέρες ήταν χειροτονία αυτών που αναθεμάτισαν!
[134] Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδ. Αστήρ, δ΄ έκδ. Αθήνα, 1956, σελ. 308.
[135] Αυτόθι.
[136] Σχόλια στο Διά Τεσσάρων (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Efrem_Sirin/tolkovanija-na-chetveroevangelie/20).
[137] P.G. 50, 822-823.
[138] P.G. 59, 552-553.
[139] Μετάφραση ημέτερη (https://azbyka.ru/otechnik/Dmitrij_Rostovskij/zhitija-svjatykh/21).
[140] Και, εν πάση περιπτώσει, εάν οι «ετερόδοξοι» χαριτώνονται και σώζονται με διαφορετικά δόγματα, με λίγη ή καθόλου νηστεία, με λίγη και διαφορετική από εμάς προσευχή, χωρίς εξομολόγηση, χωρίς γνήσια ταπείνωση (η οποία δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί από αιρετικούς, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος - λόγος περί ταπεινοφροσύνης, παράγραφος 31), και εν γένει με λίγη ή καθόλου άσκηση και λίγα, παραποιημένα ή καθόλου μυστήρια, εμείς οι Ορθόδοξοι γιατί να «βιάζουμε εαυτούς» (δηλαδή, να «ζοριζόμαστε») προκειμένου να τηρούμε την δογματική και ηθική ακρίβεια της Πίστεώς μας, και γιατί να μελετούμε την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες που μας ζητούν-προτρέπουν-προστάσσουν να «ζοριζόμαστε» προκειμένου να τηρούμε αυτήν την ακρίβεια; Γιατί να μην ακούμε τον Διάβολο (και συν αυτώ τους οικουμενιστές) που «κηρύττει»: «χαλαρώστε· σας θέλω χλιαρούς… για να σας εμέσει ο Χριστός»;

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Ἡ τῶν Ρωμηῶν Ἁγία Σκέπη

ὑπό
Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου
τοῦ Scranton


«Ὡς ἐν Βλαχέρναις ἀΰλως ἀνέπτυξας, τήν φωταυγῆ καί σωτήριον Σκέπην σου,
οὕτω καί νῦν ταύτην, ἅπλωσον Ἀχραντε, καί περισκέπασον ταύτην τήν ποίμνην σου,
αὐτῆς γάρ ὑπάρχεις τό στήριγμα

Α΄. Τό Ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης
Ἦν Κυριακή ἡμέρα καί ἡ δ΄(4η) ἑωθινή (μέ τό Βυζαντινόν ὡρολόγιον) τῆς α΄(1ης) τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 457 ἤ 458 εἰς τήν Βασιλεύουσαν τῶν πόλεων, τήν Κωνσταντινούπολιν. Αὐτοκράτωρ μέν τοῦ Βυζαντίου ἦτο ὁ Λέων Α΄ ὁ Θρᾷξ (ὁ Μακέλλης, 457-474) καί Βασίλισσα ἡ Βηρίνα˙ Πατριάρχης δέ ὁ Ἀνατόλιος (449-458). Εἰς τόν περίλαμπρον καί πάνσεπτον Ἱερόν Ναόν τῶν Βλαχερνῶν[1] ὁλονύκτιος ἀγρυπνία ἐγένετο καί ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ διά Χριστόν σαλός ηὑρίσκετο ἐκεῖ συμπροσευχόμενος μέ τόν μαθητήν του, τόν εὐλαβέστατον Ἐπιφάνιον, ὁ ὁποῖος ἔγινεν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετωνομασθείς εἰς Εὐφήμιον (489-495), καθ’ ὡς καί μέγα πλῆθος λαοῦ.[2]
            Ὁ μακάριος αὐτός ἀνήρ, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, βλέπει ὀφθαλμοφανῶς, ἐν τῇ προαναφερομένῃ ὥρᾳ, τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον νά εἰσέρχεται ἐκ τῆς βασιλικῆς πύλης τοῦ νάρθηκος, πολύ ὑψηλήν, εὐπρεπεστάτην καί εὐμεγεθεστάτην ὡς ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν, συνοδευομένην ὑπό φοβερᾶς παρατάξεως ἁγίων Ἀγγέλων καί μαζί της ἦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, χειροκρατοῦντες τήν Βασίλισσαν τῶν Οὐρανῶν. Ἐκ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, ἄλλοι προεπορεύοντο καί ἄλλοι ἠκολούθουν ψάλλοντες ᾄσματα πνευματικά καί πάντερπνα, ἀκουόμενα μόνον ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί τοῦ Ἐπιφανίου.
            Ἀφοῦ προσηυχήθη ἐπί ἀρκετήν ὥραν ἡ Θεοτόκος, ἠγέρθη καί εἰσῆλθεν εἰς τό Ἱερόν τοῦ Ναοῦ διά τῆς ὡραίας Πύλης, ὅπου ηὑρίσκετο ἡ ἁγία Σορός, ἡ ὁποία περιεῖχεν τό ἱερόν αὐτῆς Μαφόριον. Τό ἔλαβεν καί ἐξελθοῦσα καί πάλιν ἀπό τήν ὡραίαν Πύλην ἐστάθη ἐμπρός τοῦ ἱεροῦ βήματος, τό ἐξετύλιξεν ἀπό τήν Πανάχραντον αὐτῆς Κεφαλήν μέ ὑπεραγίαν σεμνότητα, τό ἐκράτησεν μέ τά ἄχραντά της χέρια καί τό ἥπλωσεν μέγα, ἀπαστράπτον καί φοβερόν ἄνωθεν τοῦ περιεστῶτος λαοῦ καί τούς ἐσκέπασεν. Αὐτό τό μέγα θαῦμα, τό ἔβλεπαν οἱ μακάριοι αὐτοί ἄνδρες ἐπί ἀρκετήν ὥραν ἐφηπλωμένον νά λάμπῃ ὅπως καί ἡ ἀστραπή, ὡς ἤλεκτρον ἐξαστράπτον. Καθ’ ὅν χρόνον ἡ Κυρία Θεοτόκος ηὑρίσκετο ἐντός τοῦ ναοῦ καί ἡ ἁγία Σκέπη της ἐφαίνετο ἡπλωμένη, διένεμε αὕτη χάριν καί εὐλογίαν. Κατόπιν ἤρχισεν νά ἀνεβαίνῃ πρός τόν οὐρανόν μαζί μέ τήν ἁγίαν Σκέπην της καί νά χάνεται εἰς τά ὕψη τῶν οὐρανῶν. Ἡ ἁγία Σκέπη ἦτο ἡ Χάρις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ διά τοῦ ἱεροῦ της Μαφορίου, τό ὁποῖον ηὑρίσκετο καί ἐφυλάσσετο ἐκεῖ εἰς τόν ναόν τῶν Βλαχερνῶν, παρεχομένη πρός τούς πιστούς.[3]
            Ἡ Ἁγία Σκέπη εἶναι ἡ ἐλπίς ἡμῶν εἰς τοιούτους φοβερούς καί πονηρούς καιρούς ὅπου διάγομεν. Εἰς τήν Ὑπερευλογημένην Παρθένον, τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου,[4] τήν δίδουσαν εἰς ἡμᾶς τήν Σκέπην της τήν κραταιάν καταφεύγομεν, ἵνα ἐκ πάντων τῶν κινδύνων λυτρώσῃ ἡμᾶς, ἵνα ἐκ τῶν ἐπερχομένων δεινῶν ὑπερασπισθῇ ἡμᾶς καί ἵνα ἐκ τῶν πολεμίων τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ διαφυλάξῃ ἡμᾶς ἀβλαβεῖς καί σεσωσμένους ὑπό τήν Σκέπην Αὐτῆς τήν Ἁγίαν.[5] Ἡ Ὑπέραγνη Παρθένος Μαρία[6] εὑρίσκεται, ἀφ’ ἑνός, μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί Υἱοῦ της, τοῦ ὄντος κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀφ’ ἑτέρου, μεταξύ τῶν πιστῶν τῶν ὄντων σῶμα τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ˙ ὑπερκειμένη μέν τῆς Ἐκκλησίας, ὡς οὖσα ἀληθῶς ἀνωτάτω πάντων τῶν κτισμάτων, πλησιάζουσα δέ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς δωρησαμένη εἰς Αὐτόν τήν σάρκα. Ὡράθη ἐπανειλημμένως καί συνεχίζει νά ὁρᾶται ἕως τῶν ἡμερῶν μας ὡς ἑστῶσα εἰς τόν ἀέρα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, μεταξὐ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, μεταξύ τοῦ ἀγωνοθέτου Χριστοῦ καί τῆς ἀγωνιζομένης γνησίας Παραδοσιακῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
            Πράγματι, ἡ Ἁγία Σκέπη διαφυλάττει, κοσμεῖ καί στολίζει ὅλους τούς Ὀρθοδόξους˙ διαφυλάττει μέν, ὅταν τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς ἀποδιώκῃ μακράν ἐξ ἡμῶν˙ ὅταν ἐλευθερώνῃ τούς αἰχμαλώτους τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπό τά δεσμά των˙ ὅταν τούς τυραννουμένους ὑπό τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων ἐλευθεροῖ˙ ὅταν τούς θλιβομένους παραμυθῆται˙ ὅταν τούς ἀδικουμένους ὑπερασπίζηται˙ ὅταν τούς πεινασμένους τρέφῃ˙ ὅταν εἰς τούς ἐν τρικυμίᾳ γίνεται λιμήν˙ ὅταν τούς ἀσθενεῖς ἐπισκέπτεται˙ καί ὅταν τάς Ἱεράς της Μονάς καί Ναούς ἐν τῷ κόσμῳ διασπείρῃ. Κοσμεῖ δέ ἡμᾶς, σκέπουσα ἐνώπιον Θεοῦ τήν γύμνωσιν τῆς ἀθλίας ἡμῶν ψυχῆς, καί διά μέν τῶν ὑψηλῶν αὐτῆς ὑπουργημάτων, ὡς διά πολυτίμων στολῶν κατακοσμοῦσα˙ διά δέ τῶν πολλῶν αὐτῆς χαρίτων, ὡς ἀνεξαλείπτων θησαυρῶν, ἀναπληροῦσα τήν ἔνδειαν ἡμῶν, εὐαρέστους ἡμᾶς ἀποκαθιστᾷ εἰς τόν Κύριον καί Θεόν ἡμῶν. Σκέπει, κοσμεῖ καί στολίζει, ὅλους ἡμᾶς, ὅταν τούς μή ἔχοντας τό τοῦ γάμου ἔνδυμα περιβάλλῃ διά τῆς ἱερᾶς αὐτῆς Ἐσθῆτος καί ἀπεργάζηται, οὕτως ὥστε νά μή φαίνεται ἐνώπιον τοῦ παντεφόρου ὀφθαλμοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ αἰσχύνη τῆς ψυχικῆς ἡμῶν γυμνότητος, ἥτις προεικονίσθη ποτέ διά τῆς ἀοράτου καί ἀκατασκευάστου γῆς, κεκαλυμμένης οὔσης τότε διά τῶν ὑδάτων.

Β΄. Ἡ Ἁγία Σκέπη ὡς Προστάτις τῆς Ρωμανίας
Εἰς τούς δισχιλιετεῖς ἀγῶνάς του ὁ Ἑλληνισμός εἶδεν ὁλοφάνερα τήν προστασίαν τῆς Παναγίας καί πολλάς φοράς ζωντανά θαύματα, τά ὁποῖα τόν ὡδήγησαν εἰς τήν νίκην τοῦ Ἔθνους καί τόν θρίαμβον τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἁπλοῖ ἄνθρωποι δέχονται πάμπολλα θαύματα καί βλέπουν ἀμέτρητα ὁράματα τῆς Ἐπικούρου Παναγίας μας. Ζωντανόν καί ὁλοφάνερον θαῦμα τῆς Παναγίας, εἶναι ἡ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Ἀβάρους καί τούς Πέρσας, οἱ ὁποῖοι ἐπολιόρκησαν τήν Πόλιν ἐκ ξηρᾶς καί θαλάσσης,  ἐνῷ ἔλειπεν εἰς ἐκστρατείαν ὁ Αὐτοκράτωρ Ἡράκλειος (610-641).[7] Εἰς τήν κρίσιμον ἐκείνην ὥραν κατέφυγον εἰς τήν Παναγίαν˙ εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου καί πάλιν γίνονται δεήσεις. Ὁ Πατριάρχης Σέργιος (610-638) κρατῶν εἰς τάς χείρας του τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἐνεθάρρυνε τόν ὀλίγον στρατόν, ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει θέσεις ἀμύνης εἰς τό φρούριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τότε, τό 626 μέ τήν βοήθειαν τῆς Παναγίας τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, ὁ ἐχθρικός στρατός ἐνικήθη καί ἔλυσε τήν πολιορκίαν. Ὁ ἀρχηγός τῶν βαρβάρων Χαγάνος, κατά τήν διάρκειαν τῶν μαχῶν, ἔβλεπε μέ τρόμον «γυναῖκα σεμνοφοροῦσαν καί περιτρέχουσαν τό τεῖχος, μόνην οὖσαν». Ἡ νίκη ἐκείνη ἀπεδόθη τῇ θείᾳ προστασίᾳ τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ Παρθένου Μαρίας. Ἀπό τό γεγονός αὐτό καθιερώθη ἡ Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ψαλλομένη ἐν ὀρθοστασίᾳ τῶν ἐκκλησιαζομένων, καί ἀποτελεῖ τήν κατ’ ἐξοχήν εὐχαριστήριον ἀκολουθίαν τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεομήτορος ἡμῶν.
            Δέν ἦτο ὅμως αὕτη ἡ μοναδική περίπτωσις τῆς συμπαραστάσεως τῆς Ξυνηγόρου Παναγίας πρός τό ἀγωνιζόμενον Ὀρθόδοξον Ἔθνος μας. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης, καί ἐπί Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Δ΄ τοῦ Πωγωνάτου (668-685), ἐσώθη καί πάλιν ἡ Κωνσταντινούπολις ἀπό τούς Μουσουλμάνους Ἄραβας τῷ 677, οἱ ὁποῖοι τήν εἶχον πολιορκήσει καί τελικῶς, ἠναγκάσθησαν νά φύγουν ἄπρακτοι «αἰσχυνθέντες τῇ τοῦ Θεοῦ βοηθείᾳ καί τῆς Θεομήτορος». Ἐπίσης, τό 717, ἐπί Αὐτοκράτορος Λέοντος Γ΄ τοῦ Ἰσαύρου (717-741), ἡ Κωνσταντινούπολις σώζεται καί πάλιν ἀπό τήν βαρβαρικήν ἐπιδρομήν τῶν Ἀράβων, διότι οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοί της κατέφυγον εἰς τήν θείαν Προστασίαν. Μέ τόν Τίμιον Σταυρόν καί τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας[8] ἀνά χείρας ἐκύκλωσαν τό τεῖχος ἔσωθεν καί παρεκάλουν τόν Θεόν νά τούς σώσῃ. Σφοδρά καταιγίς ἐκτύπησε τότε τόν στόλον τῶν Ἀράβων εἰς τήν Προποντίδα καί ἐβύθισεν 2.500 πλοῖα καί ἐπνίγησαν 60.000 ἄνδρες. Ἡ παρουσία τῆς Παναγίας καί ἡ βοήθειά της ἀναφέρεται εἰς πολλάς ἄλλας νίκας τοῦ Βυζαντινοῦ καί Μεταβυζαντινοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθ’ ὡς καί κατά τούς Ἐθνικούς ἀγῶνας τοῦ 1821 ἕως τό 1940, ἀλλά καί ἕως σήμερον. Παρουσιάζεται ὀφθαλμοφανῶς δέ Αὕτη ὡς Προστάτις καί Βοηθός τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
            Προσφάτως, κατά τόν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον, τό 1940, ὅταν ἐπετέθησαν ἐναντίον τῆς μικρᾶς καί ἀδυνάτου Ἑλλάδος τά ἑκατομμύρια τῶν Ἰταλῶν[9] καί Γερμανῶν, ἡ Παναγία καί πάλιν ὑπῆρξεν προστάτις καί ὑπέρμαχος Στρατηγός. Ἡ θεοειδής παρουσία της εἰς τό μέτωπον διεπιστώθη εἰς πάρα πολλάς περιπτώσεις. Ἀναφέρομεν μόνον δύο περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν, ἡ μέν πρώτη εἰς τόν τομέα ὅπου ὑπηρετοῦσεν ὁ μακαριστός Ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, εἰς ἕναν Ἀνθυπασπιστήν, τόν Νικόλαον Γκάτζαρον, καί ὁ ὁποῖος ἔγραψεν, ὅτι ἀκριβῶς συνέβη, εἰς τόν π. Χαράλαμπον˙ ἐπίσης ἔχομεν τήν ἀναφοράν τοῦ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοῦ πρός τόν Διοικητήν του.[10]  Μετά τήν ἐμφάνισιν τῆς φιλτάτης Παναγίας, ὅλοι οἱ στρατιῶται ἔδωσαν τόν πτωχόν ὀβολόν των καί μέ προθυμίαν ἐκτίσθη, εἰς τό μέρος ἐκεῖνο τῆς ἐμφανίσεως, Ναός τῆς Παναγίας. Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι μία διήγησις τήν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τόν συγγραφέα εἷς ἕτερος λοχαγός τοῦ στρατοῦ μας καί μετέπειτα ἱερέας τοῦ Ὑψίστου, ὁ πατήρ Χαράλαμπος.
            Τό πλῆρες κείμενον τῆς ἀπαντητικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ Νικολάου Γκατζάρου καί τῆς ἀναφορᾶς του πρός τό Τάγμα του, ἔχει ὡς ἑξῆς:
                                                                                                            «Ἐν Ἰωαννίνοις τῇ 3-2-1968
            Πανασιολογιώτατε,
            Ὁ ἀδελφός μου Σωτήρης δι’ ἐπιστολῆς του μοί διεβίβασε τήν ὑμετέραν παράκλησιν, ὅπως σᾶς γράψω περί τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὁράματος τῆς Θεοτόκου κατά τόν Ἑλληνοϊταλικόν πόλεμον 1940-41.
            Ἐν τῇ προσπαθείᾳ μου νά ἐρευνήσω εἰς τά ἀτομικά μου ἀρχεῖα πρός ἀνεύρεσιν τῆς ἀναφορᾶς μου, τήν ὁποίαν τότε ὑπέβαλον, ἐβράδυνα.
            Ἐτύγχανον Διμοιρίτης τῆς Γ΄ Διμοιρίας (2ου Λόχου, Ι Τάγματος 40ου Συν/τος Εὐζώνων) ὅτε εἰς τήν περιοχήν Α΄ τοῦ χωρίου Γκολέμι ἐν Β. Ἠπείρῳ (Ἀλβανία) κατά μίαν προσωρινήν ἀνάπαυλαν τοῦ Τάγματος ἐν ἐφεδρείᾳ, καθ’ ἥν δέν ἐδικαιολογεῖτο παραίσθησις ἤ ὀλιγοψυχία, συνέβη τό ὅραμα.
            Θεωρῶ λοιπόν ἐπιβεβλημένον μου καθῆκον νά σᾶς ἐνημερώσω περί τοῦ γεγονότος ἐκείνου.
            Τοῦτο περιγράφεται ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀναφορᾷ μου, τῆς ὁποίας ἀκριβές ἀντίγραφον σᾶς ἐγκλείω.
            Ἐπειδή ὡς Χριστιανός δέν ἐπιθυμῶ θόρυβον περί τό ὄνομά μου παρακαλεῖσθε θερμότατα, ὅπως μείνω ἄγνωστος, πρᾶγμα ὅπερ ἔχω καί ὡς ἀρχήν.
                                                                                  Μετά σεβασμοῦ
                                                                                                Νικόλαος Γκάτζαρος
                                                                                    Ὁδός Λόρδου Βύρωνος 9, Ἰωάννινα»


«Ἀριθ. Δ.Υ.                                                                             Ἐν Τ.Τ. 712 τῇ 3ῃ Μαρτίου 1941
                                   
  Ὁ Ἀνθυπασπιστής Γκάτζαρος Νικόλαος
Πρός τό Ι/40 Τάγμα Εὐζώνων
             Ἐνταῦθα
«Περί ἐμφανίσεως τῆς Παναγίας καί τῶν δοθεισῶν μοι ὑπ’ Αὐτῆς ἐντολῶν»

            Λαμβάνω τήν τιμήν νά ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι χθές τήν Κυριακήν, 2 Μαρτίου ἐ. ἔ. καί  περί ὥραν 8ην μ. μ. μετέβην εἴς τι παρακείμενον τοῦ καταυλισμοῦ 2ου Λόχου τοῦ Τάγματος Ὑμῶν μικρόν ὕψωμα ἀπέχον περί τά 300 μέτρα, χάριν περιπάτου, αἰσθανθείς τήν ἀνάγκην κινήσεως. Μία μυστηριώδης δύναμις ὡσάν νά μέ ὤθη πρός τά ἐκεῖ. Ὁ ἀήρ ἔχει ἤδη παύσει νά φυσᾷ καί ὁ οὐρανός ἦτο ἀστερόης. Κατά τήν ἐπιστροφήν μου εἰς τήν σκηνήν, δέν ἔχω ἀριθμήσει 10 βήματα, ὅτε αἰφνιδίως ἐνεφανίσθη ἐμπρός μου καί μοῦ ἀνέκοψε τόν δρόμον μία γυνή μαυροφόρα ἔχουσα σεμνήν τήν ἐμφάνισίν της. Τό πρόσωπόν της διεκρίνετο χαρακτηριστικῶς εἰς τό βραδυνό ἡμίφως. Εἰς τό θέαμα τοῦτο καταληφθείς ἐξ ἀπροόπτου, κατ’ ἀρχάς ἐξεπλάγην, κατόπιν ὅμως αὐτοστιγμεί συνῆλθον ἐκ τοῦ τρόμου, ἐπειδή ἐγνώριζον, ὅτι πολλάκις ἡ Παναγία ἐνεφανίσθη εἴτε ὡς ὅραμα, εἴτε καθ’ ὕπνον κατά τάς πολεμικάς ἐπιχειρήσεις τοῦ Στρατοῦ μας.
            Ἐγώ ὅλως μηχανικῶς ἔλαβον θέσιν ἡμιγονυπετῆ, ἵνα ἀσπασθῶ τήν δεξιάν Της. Ἐκ τῆς συγκινήσεως οἱ ὀφθαλμοί μου ἐδάκρυζον, οἱ πόδες καί τά χείλη μου ἔτρεμον ἐπί πολλήν ὥραν. Ἤκουσα νά ὁμιλῇ: «Εἶμαι ἡ Παναγία. Μή φοβεῖσαι παιδί μου, εἶπε! Ἐγώ ἐνεφανίσθην νά σοῦ εἴπω τρεῖς λόγους, τούς ὁποίους νά μή λησμονήσῃς:
1) Ὁ παρών πόλεμος ἐκηρύχθη ἀπροκαλύπτως καί ἀναιτίως ὑπό τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Θελήματί μου ἡ Ἑλλάς θά ἐξέλθῃ τούτου νικηφόρως.
2) Ὁ πόλεμος οὗτος ἐκηρύχθη ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἵνα γνωρίσῃ ὁ κόσμος ὅτι ἀφορμή τούτου εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἐκ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, καθ’ ἥν ὕβριζεν, ἐβλασφήμει τά θεῖά της καί ἔρρεπε πρός τόν ἐκφυλισμόν καί τήν ἀκολασίαν καί οὕτως συμμορφωθῇ, ἵνα μάθῃ ὅτι ὑπάρχει καί προΐσταται ὁ Θεός. Τρανώτατα δέ τεκμήρια τῆς ὑπάρξεως ταύτης εἶναι τά συχνά θαύματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
3) Ἔπρεπε νά μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι τό δίκαιον πάντοτε ὑπερισχύει τῆς βίας.
            Ἀνάφερε λοιπόν ταῦτα καί ἐγγράφως εἰς τόν Διοικητήν σου, ἵνα μή πτοηθῇ πρό οὐδενός κωλήματος, καθότι ὑπό τήν προστασίαν Μου ὁ Ἑλληνικός Στρατός θά νικήσῃ!»   
            Μεθ’ ὅ ἐν τῇ ἐξαφανίσει Της οἱ ὀφθαλμοί μου ἐθαμβώθησαν.
            Ἐν τέλει συνῆλθον ἐν μέρει καί κατηυθύνθην ἀμέσως εἰς τήν σκηνήν ὑμῶν, ὅπου ἔξωθι ταύτης ἀνέφερον ὑμῖν τό συμβάν προφορικῶς.
                                                                                                                        Νικόλαος Γκάτζαρος»

            Περαιτέρω, πρό πολλῶν ἐτῶν, συνήντησα ἕνα ὑπερήλικα ἱερέα, τόν σεβαστόν π. Χαράλαμπον, εἰς μίαν Ἱεράν Μονήν, ὅπου ἡ κόρη του ἦτο μοναχή εἰς ταύτην. Εἰς συζήτησιν, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν, μοῦ εἶπεν ὅτι ἦτο λοχαγός τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καί ἐπολέμησεν εἰς τήν Βόρειον Ἤπειρον κατά τόν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον. Ἀλλ’ ὅταν εἶδεν ὅτι εἰς τόν πόλεμον αὐτόν, οἱ Ἕλληνες εἶχον ἀρωγόν, προστάτιν καί στρατηγόν τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, μέ τήν λῆξιν τοῦ πολέμου ἐπῆγε καί ἔγινε ἱερέας. Αὕτη ἦτο ἡ μετάλλαξίς του μέ τά ἀμέτρητα ὁράματα καί θαύματα τῆς Παναγίας μας, τά ὁποῖα εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι. «Ἔβλεπον συνεχῶς, Ἕλληνες καί Ἰταλοί, ὅταν τά ἐχθρικά ἀεροπλάνα ἔρριχναν τάς βόμβας των εἰς τάς Ἑλληνικάς θέσεις, μίαν μαυροφορεμένην γυναῖκα νά πιάνῃ ταύτας εἰς τόν ἀέρα, πρίν πέσουν εἰς τόν στρατόν μας καί νά τάς ρίπτῃ εἰς τήν θάλασσαν (Ἀδριατικήν). Ἄλλας φοράς, τήν ἔβλεπον εἰς τά ὑψώματα, ὅπου ὡδηγεῖτο ὁ στρατός διά μίαν μάχην καί τούς ἔλεγεν, “ἀπ’ ἐδῶ νά πᾶτε”, καί ὄχι πρός τήν λανθασμένην κατεύθυνσιν, τήν ὁποίαν εἶχον.»

            «Ἑκάστην Κυριακήν», συνεχίζει ὁ π. Χαράλαμπος, «εἴχομεν Θείαν Λειτουργίαν κάτω ἀπό μίαν μεγάλην σκηνήν καί αἱ βόμβαι τῶν Ἰταλικῶν ἀεροπλάνων ἔπιπτον συνεχῶς πέριξ ἡμῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐπί τῆς σκηνῆς, ὥστε νά διακοπῇ ἡ Θεία Λειτουργία ἤ νά τραυματισθῇ κανείς ἀπό τούς φαντάρους μας. Μίαν Κυριακήν τρεῖς στρατιῶται ἐφοβήθησαν νά ἔμβουν εἰς τήν σκηνήν διά τήν Θείαν Λειτουργίαν διότι ὁ βομβαρδισμός ἦτο συνεχής καί ἀνηλεής ἀπό τά ἐχθρικά ἀεροπλάνα. Εἰσῆλθον δέ οὗτοι ἐντός τοῦ χαρακώματος (καταφυγίου-ὀρύγματος), ὥστε νά προστατευθοῦν ἀπό τάς βόμβας. Ἀλλά δυστυχῶς, μία βόμβα πίπτει εἰς τήν εἴσοδον τοῦ ὀρύγματος καί εἰσερχομένη ἐντός τούτου, ἐφόνευσε καί τούς τρεῖς στρατιώτας μου. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰς τό ἀντίσκηνον παρακολουθοῦντες τήν Θείαν Λειτουργίαν δέν ἀπάθαμεν τίποτε, καθ’ ὅτι αἱ βόμβαι ἔπιπτον δίπλα της. Αὕτη ἦτο ἡ Σκέπη τῆς Παναγίας μας καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ διά τόν δίκαιον ἀμυντικόν μας ἀγῶνα κατά τῶν αἱρετικῶν βαρβάρων τῆς Δύσεως.»

            «Αὕτη ἡ κατάστασις ἦτο συνεχής καί τά θαύματα τῆς Παναγίας μας καθημερινά. Δι’ αὐτό καί ὅταν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος, δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά παραμείνω ὡς ἀξιωματικός εἰς τόν στρατόν μας, ἀλλ’ ἐπῆγα καί ἔγινα ἱερέας, διά νά προσφέρω τήν πενιχράν μου βοήθειαν εἰς τόν λαόν μας, τόν λαόν τοῦ Θεοῦ, τόν περιούσιον λαόν μας, τόν ὁποῖον σκέπει ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ καί διά τῆς ὁποίας τήν Σκέπην θά τῆς εἶμαι πάντοτε εὐγνώμων.» Αὕτη ἦτο ἡ διήγησις καί ἡ θεία ἐμπειρία, ἀλλά καί ὁ βίος τοῦ σεβασμίου πατρός Χαραλάμπους καί πρώην ἥρωος λοχαγοῦ τῆς θεοσκέπου πατρίδος μας.  

            Ἀκόμη, πρό ὀλίγων ἐτῶν, εἷς σεβάσμιος Ἁγιορείτης πατήρ εἶδεν τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον εἰς παρόμοιον ὅραμα ὡς ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός. Ἐφανερώθη ἡ Παμμακάριστος Καταφυγή καί Ὑπεράσπισις ἡμῶν ἄνωθεν τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά σκέπῃ τοῦτο καί ὁλόκληρον τήν Ἑλλάδα, περιστοιχιζομένη ὑπό τῶν Ἁγίων, Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὑπεράνω τῆς Θεοτόκου ἐθεάθη ὁ Υἱός της ὁ Ἀγαπητός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί τῆς λέγει˙ «Μητέρα φύγε ἀπ’ ἐκεῖ καί σταμάτα νά σκεπάζῃς αὐτούς τούς ἀνθρώπους, δέν βλέπεις τάς ἀνομίας των καί τήν ἀποστασίαν των;» Ἡ Ὑπεραγία Μητέρα Του καί Σκέπη ἡμῶν ἀπαντᾷ μέ ἀγάπην καί στοργήν δι’ ἡμᾶς, εἰς τόν Υἱόν της λέγουσα˙ «Υἱέ μου, ὑπάρχουν τόσοι καλοί πατέρες εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, οἱ ὁποῖοι Σέ ὑμνοῦν καί Σέ δοξάζουν συνεχῶς˙ δι’ αὐτούς καί μόνον θά πρέπει νά σωθῇ καί ὁλόκληρος ἡ χώρα.»[11] Ὅπως βλέπομεν, ἡ Ἁγία Σκέπη συνεχίζει νά προστατεύῃ ἡμᾶς ἀπ’ ὅλα τά, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας, δεινά μας διότι ἄνευ αὐτῆς, ἡ ἄνωθεν κατερχομένη ἐφ’ ἡμᾶς τιμωρία θά πρέπει νά εἶναι βεβαία, μείζονα καί σύντομος. Ἡ Παναγία μας, ἡ Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν, ἐξακολουθεῖ νά βοηθᾷ τούς Ὀρθοδόξους, σκέπουσα καί διαφυλάττουσα ἡμᾶς διά τῆς ὁρατῆς πρός τούς ἐν ζωῇ ἁγίους της καί τῆς ἀοράτου πρός ἡμᾶς προστασίας της. Τοῦτο, λοιπόν, τό σημεῖον ἔδωκεν ἡ Πανάχραντος Σκέπη ἡμῶν καί πάλιν εἰς τούς φοβουμένους τόν Θεόν, τόν Υἱόν της καί Κύριον ἡμῶν.

Ὅθεν ἐν κατανύξει, ἄς βοήσωμεν καί ἡμεῖς σήμερον, λέγοντες ἐν παρακλήσει πρός Αὐτήν. Σκέπασον ἡμᾶς, τήν Ὀρθόδοξον ἡμῶν πατρίδα καί πάντας τούς Ὀρθοδόξους ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς,[12] ἐν τῇ Σκέπῃ Σου Παναγία Παρθένε, ἡ Ἐλπίς καί Προστασία ἡμῶν, κατά τάς ἡμέρας ταύτας τάς πονηράς, τῆς ἀθεΐας, τῶν αἱρέσεων, τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί τῆς ἀποστασίας˙ σκέπασον ἡμᾶς καί τήν ὑπό διωγμόν πατρίδα μας. Πᾶσαι δέ αἱ ἡμέραι ἡμῶν εἰσί πονηραί, καί βλέπομεν εἰς αὐτάς πονηρά καί πράττομεν  πονηρά καί ζῶμεν πονηρά, θησαυρίζοντες ἐπί τῆς γῆς πλοῦτον καί δόξαν ἀνθρωπίνην, εἰς ἑαυτούς ὀργήν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς, ἅπασαι δέ αἱ τοιαῦται πονηραί ἡμέραι καί ἔργα ἡμῶν χρήζουσι τῆς Σοῦ πανευσπλάγχνου Σκέπης καί Ἱερᾶς μεσιτείας. Σκέπασον ὅθεν ἡμᾶς Δέσποινα τοῦ κόσμου κατά πάσας τάς ἡμέρας ἡμῶν, τάς δυσκόλους ἡμέρας, τάς ὁποίας ἤδη διάγομεν ἐν τῇ ἀντιορθοδόξῳ ξενιτείᾳ τῆς γῆς καί τάς δυσμενεστέρας τοιαύτας ἅς ἀκολουθοῦν, μάλιστα δέ κατά τήν δεινήν ἐκείνην ἡμέραν, κατά τήν ὁποίαν ἡ ψυχή ἡμῶν μέλλει νά χωρισθῇ ἀπό τοῦ σώματος, πρόφθασον τότε Παναγία Μητέρα, βοήθησον καί σκέπασον ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐναερίων πονηρῶν πνευμάτων καί τῶν δυσκόλων τελωνίων˙ ἀλλά καί κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς κρίσεως, σκέπασον ἡμᾶς διά τῆς μυστικῆς Σου χρεωλύτιδος Σκέπης. Ἀμήν.

Γ΄. Ἐπίλογος
Εἰς τήν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνορθοδόξου ἡμῶν Ἔθνους, ἡ Παναγία κατέχει τήν πρώτην θέσιν μετά τήν Ἁγίαν Τριάδα.[13] Ἡ Ἑλλάς ἀπό τήν πρώτην στιγμήν τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ της, τῷ σωτηρίῳ ἔτει ν΄ (50ῳ) μ.Χ., ἔταξε τήν Θεοτόκον ὡς Προστάτιδα καί Πολιοῦχον αὐτῆς. Ἐσταμάτησε δέ τότε τήν λατρείαν τῶν εἰδώλων. Ἡ Παρθένος Ἀθηνᾶ τῶν εἰδώλων εἰς τάς Ἀθήνας ἐξεδιώχθη[14] καί εἰς τήν θέσιν της ἐτέθη μέ δόξαν καί τιμήν ἡ Παρθένος Μαρία. Ὁ ναός τοῦ Παρθενῶνος εἰς τήν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο ναός τῆς Ἀθηνᾶς, μετετράπη εἰς Ναόν τῆς Παρθένου Μαρίας.
            Δυστυχῶς, ἡ δικαία τοῦ θεοῦ ὀργή, λόγῳ τῆς ἀποστασίας μας, θά εἶχεν ἐπέλθει εἰς ἡμᾶς, ἀλλά χάριν τῆς Ὑπεραγίας Σκέπης ἡμῶν, παραμένομεν ἀπρόσβλητοι καί μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία δι’ εἰλικρινῆ μετάνοιαν. Εἶναι φανερόν ὅτι θά εἴχωμεν ἀπολεσθῆ διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐάν δέν ἔσκεπεν ἡμᾶς ἡ Πανεύσπλαγχνος Δέσποινα. Καί τῷ ὄντι, ἐάν δέν ἐδέετο ἀκαταπαύστως ὑπέρ ἡμῶν ἡ Προστάτις μας, ποῖος ἤθελεν λυτρώσει ἡμᾶς ἐκ τοιούτων κινδύνων; Ποῦ δυνάμεθα κρυβώμεθα ἐκ τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου; Οὐδαμοῦ εὑρίσκομεν σκέπην οἱ τάλανες, καί δή ἐγώ ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων, νά προσδράμωμεν, εἰμή εἰς τήν Δέσποιναν τοῦ κόσμου, ἥτις δι’ ἑαυτήν λέγει διά Πνεύματος Ἁγίου˙ «Ὡς ὁμίχλη κατεκάλυψα γῆν.»[15]
            Ἡ δύναμίς μας ἠμπορεῖ νά ἐνισχυθῇ μόνον μέ τήν ἐν Κυρίῳ κοινωνίαν μας, ὡς ἄτομα καί Ἔθνος, ὥστε νά ἀντιστεκώμεθα εἰς τά τεχνάσματα τῶν ὀργάνων τοῦ πονειροῦ (ἀθέους, παγκοσμιοποιητάς, φιλελευθέρους, μοντερνιστάς, διαστροφεῖς, αἱρετικούς, δουλοπρεπεῖς ἀνθέλληνας καί ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδοξίας) καί εἰς τό ἠθικόν καί πνευματικόν σκότος τοῦ αἰῶνος τούτου. Ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς χώρας μας εἶναι χειρίστη τῆς τοιαύτης τοῦ 1940, διότι οἱ τρέχοντες ἡγέται μας λέγουν μόνον ΝΑΙ εἰς τούς ἐχθρούς μας˙ δέν γνωρίζουν τήν ἀλήθειαν, τήν ἱστορίαν μας, τόν πολιτισμόν μας, τήν πίστιν μας καί παράδοσίν μας, ἀλλ’ εἶναι καί κατά τῆς Ἑλληνορθοδόξου παιδείας μας,[16] ἀποδεικνύοντες ὅτι δέν ἔχουν οὔτε Ἑλληνικήν συνείδησιν ἤ ὁποιονδήποτε ἐνδιαφέρον διά τήν χώραν καί τούς πολίτας της. Συνεπῶς, ἡ ἐλπίς σωτηρίας μας δέν ἠμπορεῖ νά εἶναι οὗτοι, ἀλλά μόνον ὁ Θεός καί ἡ Ἁγία Σκέπη.
            Ὁ σημερινός κόσμος βιώνει τήν τραγικότητα τοῦ μεγαλυτέρου ἀδιεξόδου τοῦ ἀθέου πολιτισμοῦ του˙ ἑνός ἀνθρωποκεντρικοῦ (καί οὐχί Χριστοκεντρικοῦ) καί ἐγωκεντρικοῦ ὑποπολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος σταθερῶς, «νομικῶς» καί «ἐπιστημονικῶς» προχωρεῖ εἰς τήν διασφάλισιν, ἔνταξιν καί ἔντασιν τοῦ ἀδιεξόδου του αὐτοῦ τῆς ἑωσφορικῆς πλάνης, μέ ὅλα τά μέσα.[17] Εἰδικῶς χρησιμοποιεῖ, τά τεχνικά καί πληροφοριακά μέσα, τήν διαφθοράν τοῦ λόγου (καί τό politically correct), τήν φθοράν τῶν ἀξιῶν, τόν ἀχαλίνωτον πανσεξουαλισμόν, τήν βίαν εἰς τήν φύσιν καί τήν παντός εἴδους διαστροφήν, τάς ἀμετρήτους παραθρησκείας καί αἱρέσεις (μέ ἄρχουσαν τήν παναίρεσιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τήν θρησευτικήν παγκοσμιοποίησιν), τάς ψυχοκτόνους παραψυχολογίας, τήν μάχην τῶν φιλοσοφιῶν μέ τό ἀποκορύφωμά των τόν φιλοσοφικόν μηδενισμόν, τόν πόλεμον τῶν προπαγανδῶν (διά τῶν fake news), τήν ὑποβάθμισιν τῆς παιδείας του, τήν ἀνεξέλεγκτον κατασκοπευτικήν τεχνολογίαν του καί ἐπιστημονικήν φαντασίαν του, τήν ἀνθρωποκτόνον πληροφορικήν του, τόν ἠλεκτρονικόν ἔλεγχον τῶν πολιτῶν, τήν ἀπαξίωσιν τοῦ ἀνθρώπου, τόν ψυχρόν ἀδιάλειπτον οἰκονομικόν πόλεμον καί τήν ἀθλιότητα τῆς ἐλεγχομένης ὑπό τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων πολιτικῆς του,[18] ὥστε νά ἐλέγχῃ, νά  κατευθύνῃ καί νά περιορίζῃ τούς λαούς καί τόν πληθυσμόν τούτων.
            Ἡμεῖς, σήμερον, οἱ ἀπόγονοι τῶν θεοσεβῶν ἡρώων τοῦ 1940, ἀκολουθοῦμεν λάθος ὁδόν, πιστεύοντες ὄχι τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἀπεκάλυψεν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ψεῦδος τῶν πεπλανημένων «σοφῶν», οἱ ὁποῖοι μᾶς παρεποίησαν τήν Ἑλληνορθόδοξον παιδείαν μας, μᾶς παρεχάραξαν τήν Ἱστορίαν μας, μᾶς ὑπενόμευσαν τήν γλῶσσάν μας καί προσπαθοῦν μέ πᾶν μέσον νά ἐξαλείψουν τήν πατρογονικήν πίστιν μας.[19] Ἀλλά, «Οὐαί οἱ λέγοντες τό πονηρόν καλόν καί τό καλόν πονηρόν, οἱ τιθέντες τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τό πικρόν γλυκύ καί γλυκύ πικρόν».[20]  Σκοπός τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ σωτηρία των καί αὕτη ἔρχεται μέ τήν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καί τήν τίρησίν της. Ἐάν ἡ Ἑλλάς δέν εἶχεν ἀποστατίσει, θά ἦτο ὁ ὀφθαλμός τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ προστάτις της καί θά τήν ἐσέβοντο οἱ πάντες, ὡς συνέβαινε μέ τήν Ἀρχαίαν καί Βυζαντινήν τοιαύτην˙ ἀλλά δυστυχῶς, μέ τήν ὑποταγήν της εἰς τήν αἵρεσιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τήν Εὐρωπαϊκήν Ἕνωσιν ἀπώλεσε τό φῶς της καί τήν μεγαλοπρέπειάν της (ἐπιβλητικότητά της) καί σήμερον, ἔχουν στραφῆ ἅπαντες ἐναντίον της, Ὀρθόδοξοι, αἱρετικοί, Εὐρωπαῖοι, δυτικοί, Σιωνισταί, πολιτικοί, δανεισταί καί τοκογλύφοι. Ἐάν χάσῃ κάποιος τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τόν ἐγκαταλείπει καί ἡ Ἁγία Σκέπη, καί τότε μένει ἀπροστάτευτος καί ἀδύνατος καί τοιουτοτρόπως, δέν ἠμπορεῖ νά ἀντισταθῇ εἰς τούς προπομπούς τοῦ ἀντιχρίστου, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσβάλει εἰς τήν χώραν μας.  Ἀλλ’ εἰς ὅλους τούτους, ἄς εἴπωμεν, ἐν μετανοίᾳ καί πίστει, ἕν νέον ΟΧΙ καί ἄς ἀναφωνήσωμεν.
            Δόξα καί τιμή εἰς τόν Θεόν μας καί τήν Ὑπεραγίαν Μητέρα Του, τήν Ἁγίαν Σκέπην.
            Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν ἡρωικῶς πεσόντων προγόνων μας.
            Ζήτω ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940.




[1] Εἰς τήν Κωνταντινούπολιν ηὑρίκοντο δύο θαυμάσιοι ναοί σεμνυνόμενοι εἰς τό ὄνομα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ τοῦ ἐν Βλαχέρναις καί τοῦ ἐν Χαλκοπρατείαις. Εἰς μέν τήν νοτίαν πλευράν τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν ὑπῆρχε τό παρεκκλήσιον τῆς Ἁγίας Σοροῦ, ὅπου ἐφυλάττετο ἡ ἐσθήτα, ὁ πέπλος, τό μαφόριον (ὠμοφόριον ἤ ἐπανωφόριον) τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τό ὁποῖον εἶναι τό ἔνδυμα ὁμοιάζον μέ ἐσάρπα, ἀλλά καλύπτει καί τήν κεφαλήν, εἰκονίζεται δέ εἰς τήν ἁγιογραφείαν πάντοτε μέ βαθύ ἐρυθρόν χρῶμα, πρός ἔνδειξιν τῆς ἀειπαρθενίας αὐτῆς. Ὁ Ἅγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λέγει ἐπ’ αὐτοῦ˙ «Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦν τῇ ἡλικίᾳ τρίπηχος, σιτόχρους, ξανθόθριξ, εὔστολος, ἱμάτια αὐτόχροα ἀγαπῶσα (αὐτόμαυρα)˙ καί μαρτυρεῖ τό Μαφόριον αὐτῆς, τό ἐπί τοῦ ναοῦ αὐτῆς τῶν Βλαχερνῶν κείμενον». Ἐν δέ τῷ ἐν Χαλκοπρατείαις ναῷ ηὑρίσκετο τεθησαυρισμένη ἡ τιμία Ζώνη τῆς Κυρίας Θεοτόκου (τῆς ὁποίας ἡ κατάθεσις ἑορτάζεται τήν 31ην Αὐγούστου),  τά τίμια Σπάργανα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί ἡ ἁγία Ἐσθής τῆς Θεοτόκου, ἤτοι τό στοιχάριον (φόρεμα ἤ φουστάνι) αὐτῆς.  
[2] Ἡ παράδοσις ἀναφέρει καί τόν ἱερόν Ρωμανόν, τόν ποιητήν τῶν Κοντακίων, ὁ ὁποῖος ἑορτάζεται ἐπίσης τῇ α΄ (1ῃ) τοῦ αὐτοῦ μηνός.
[3] Ὁ βίος καί ἡ Πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ εἶναι πράγματι θαυμαστά ὅπως εἶναι θαυμαστός καί ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. Ὀλίγον τι πρό τῆς κοιμήσεώς του, λέγει ὁ Ὅσιος τῷ Ἐπιφανίῳ˙ «δεῦρο τέκνον, καί κλίνωμεν γόνυ Κυρίῳ ἀμφότεροι, καί τελευταῖον προσευξώμεθα». Κλινάντων οὗν τό γόνυ, ἤρξατο εὔχεσθαι οὕτως: «Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα˙ ἡ ὁμόθρονος Τριάς καί ὁμοούσιος καί ὁμοφυής καί ἀχώριστος˙ φοβερόν, ὑπέρτατον, ἄναρχον, ἀνείκαστον, ἰσοβασίλειον κράτος, παρακαλοῦμέν σε, οἱ πένητες καί ξένοι, οἱ πτωχοί καί γυμνοί καί ταλαίπωροι˙ οἱ μή ἔχοντες ποῦ τήν κεφαλήν κλῖναι, ἐν τῷδε τῷ αἰῶνι˙ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, κλίνομεν τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί τῆς καρδίας˙ καί δεόμεθά σου, τῆς ἀσυγκρίτου καί ὑπεραρρήτου Βασιλείας˙ παντοκράτορ, ὕψιστε, τρισάγιε, φοβερέ, ὑψηλέ, δυνάστα, Σαβαώθ, ἅγιε, ὑπερουράνιε, πλαστουργέ, εὐμενές, ἀγαθέ, δεδοξασμένε ἐν ἁγίοις, τρισάγιε Δέσποτα, οἰκτίρμον καί ἐλεῆμον, μακρόθυμε καί πολυέλεε Κύριε˙ ἐλθέ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Κέλευσον ἡ φοβερά ἀστραπή τῆς Θεότητος, γενοῦ μεθ’ ἡμῶν τό κράτος τό ἀσύγκριτον˙ ἐλθέ τό ἅγιον ὄνομα τοῦ Γεννήτορος, καί τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί τοῦ Παρακλήτου, τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα˙ καί εὐλόγησον ἡμᾶς, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τό ζῶν, καί τάς πλουσίας δωρεάς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν ἡμῖν θησαύρισον˙ καί χρῆσον συμπαθῶς, φιλάνθρωπε, ἐφ’ οἷς ἠνομήσαμεν, εἴτε λόγῳ, εἴτε διανοίᾳ, κατά τό μέγα σου ἔλεος. Παρακαλῶ καί δέομαι καί ἱκετεύω, διά τόν δοῦλόν σου Ἐπιφάνιον, Δέσποτά μου ἀγαθέ καί φιλάνθρωπε˙ φώτισον αὐτοῦ τά ὄμματα τῇ γαληνομόρφῳ ἀστραπῇ τῆς θεότητος˙ λάμπρυνον αὐτοῦ τήν διάνοιαν τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου˙ φαίδρυνον αὐτοῦ τόν λογισμόν τῆς ψυχῆς, τῇ ἀφάτῳ εὐωδίᾳ τῆς ἀειζώου σου χάριτος˙ ἔμπνευσον αὐτῷ πνεῦμα σοφίας, πνεῦμα ἰσχύος, πνεῦμα συνέσεως, πνεῦμα ἔρωτος θεϊκοῦ, πνεῦμα ἀγάπης καί εἰρήνης, πνεῦμα πρᾳότητος, πνεῦμα δακρύων ρυπτικῶν, ἵνα εὐωδούμενος καί κυβερνώμενος παρά τῆς ἀρρήτου σου δεξιᾶς, ποιήσει πάντα τά ἀρεστά σοι, ἐν τῇ δυνάμει σου σωζόμενος.»  Ὅρα, Βίος καί Πολιτεία τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ, Συγγραφείς ὑπό Νικηφόρου πρεσβυτέρου καί πνευματικοῦ πατρός τοῦ μακαρίου Ἀνδρέου, Ἀντιγραφείς ἐκ δύο χειρογράφων Κωδίκων ὑπ’ ἀριθ. 230 καί 259 τῆς ἐν ἁγ. Ὄρει πλουσίας βιβλιοθήκης τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ ὁσίου Διονυσίου. Ἐκδοθείς ὑπό Υἱῶν Σωτ. Σχοινᾶ, Ἐν Βόλῳ 1976, σσ. 103-104..
[4] Διά τοῦτο καί «Μακαρία ἡ γαστήρ ἡ χωρήσασα Χριστόν.»
[5] Πρέπει νά εἴμεθα ψυχικῶς καί σωματικῶς ἕτοιμοι διά τούς μεγάλους πειρασμούς καί δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἔλθουν πολύ συντόμως καί ἐπί τῶν ἡμερῶν μας. Νά ἠμπορέσωμεν νά ἀνθέξωμεν διωγμούς καί μαρτύρια ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας, ἀλλά τότε ἡ ἀμοιβή μας θά εἶναι πολύ μεγάλη καί αἰώνιος. Δόξα Σοι ὁ Θεός!..
[6] «Καί εἶπε Κύριος πρός με, Ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καί οὐδείς οὐ μή διέλθη δι’ αὐτῆς˙ ὅτι Κύριος ὁ Θεός Ἰσραήλ εἰσελεύσεται δι’ αὐτῆς, καί ἔσται κεκλεισμένη.» (Ἰεζεκιήλ  μγ΄ 27 - μδ΄ 4).
[7] Τό 619 οἱ μέν Ἄβαροι ἔφθασαν πρό τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ δέ Περσικοί πόλεμοι τοῦ Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου διήρκεσαν ἕξ ἔτη (622-628). Τό 626 οἱ Ἄβαροι καί οἱ Πέρσαι προσβάλλουν τήν Κωνσταντινούπολιν˙ τότε, λαμβάνει χώραν ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος», ὁ ὑπέρτατος τῶν χαιρετισμῶν πρός τήν Θεοτόκον.
[8] Οἱ ἀντίχριστοι ΣΥΡΙΖΑῖοι τής σήμερον, ἀφῂρεσαν τόν Σταυρόν ἀπό τόν ἱστόν τῆς σημαίας μας, ἐπέταξαν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς χώρας μας εἰς τόν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, ἐπέτρεψαν τήν κατάληψιν τῆς χώρας ἀπό τούς Μουσουλμάνους καί ἐπέφερον ἀναρίθμητα ἄλλα δεινά εἰς τήν χώραν. Ὅρα Ἡρακλέους Ρεράκη, «Πόσο δημοκρατικὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία, ποὺ διώκει τὴν ὀρθόδοξη πίστη τοῦ λαοῦ ποὺ κυβερνᾶ;»
[9] Εἶχον συνάδελφον Ἰταλόν, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶχεν εἴπει ὅτι δέν συμπαθεῖ (μᾶλλον μισεῖ) τούς Ἕλληνας διότι ἐνίκησαν οὗτοι τούς Ἰταλούς κατά τόν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον. (Ι.Ν.Κ.)
[10] Ὅρα, Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου, Ὁ Βίος τῆς Παναγίας, Ἔκδοσις 5η, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Τύπος», σσ. 136-139. Ἐπίσης, Ἐφημερίδα Θεσσαλονίκης, «Εἶδα τήν Παναγίαν!», Τό Φῶς, ἀρ. 11272/18-3-1941 καί Ἀλέκου Ε. Φλωράκη,  Ἡ Παναγία τῆς Τήνου στόν Ἀγῶνα τοῦ ’40, Πανελλήνιον Ἵδρυμα Εὐαγγελιστρίας Τήνου.
[11] Τό θαῦμα τοῦτο τό ἤκουσεν ὁ συγγραφεύς εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, τόν Ἰούνιον τοῦ 1995.
[12]  Μίαν ἡμέραν εἶχα εἰς τό γραφεῖόν μου ἕνα Ἀμερικανόν μεταπτυχιακόν (graduate) φοιτητήν μου καί στρέφων οὗτος τό κεφάλι του πρός μίαν τῶν βιβλιοθηκῶν μου βλέπει μίαν εἰκόνα καί τότε μοῦ λέγει: «Εἶναι αὐτή ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Σκέπης;» Τότε, τόν ἐρωτῶ, «Ναί, πῶς γνωρίζεις τήν εἰκόνα ταύτην;» Μοῦ ἀπαντᾷ, «Εἶμαι Χριστιανός Ὀρθόδοξος.» Ἡ καταγωγή του, οἱ πρόγονοί του ἦσαν Ἀνατολικοευρωπαῖοι καί διετήρησαν τήν Ὀρθοδοξίαν τους καί οἱ ἀπόγονοί των καί μοῦ λέγει ἐν συνεχείᾳ ὅτι, «ἡ ἐκκλησία μου εἶναι ἡ Καρπαθο-Ρωσική τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰς τό Taylor, PA, U.S.A.», τήν ὁποίαν γνωρίζω καί εἶναι Παραδοσιακή Ὀρθόδοξος καί μέ τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον˙ ἔχει δέ αὕτη δύο εἰκόνας τῆς Παναγίας, αἱ ὁποῖαι μυροβλίζουν καί ἑκάστην Τετάρτην, ὅπου ἔχουν Παράκλησιν τῆς Παναγίας ἔρχονται πάρα πολλοί προσκυνηταί ἀπό πολύ μακρυά ὥστε νά λάβουν μέρος καί νά καθαγιαστοῦν ἀπό τό Ἅγιον Μύρον τῆς Παναγίας. Ἡ Χάρις καί Σκέπη τῆς Παναγίας εἶναι μέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους.
[13] Ἡ ἀπορία μου εἶναι ἡ ἄγνοια τῶν «μοντέρνων» Νεο-Ἑλλήνων, τῶν ἀθέων, τῶν κομμουνιστῶν, τῶν παγκοσμιοποιητῶν καί λοιπῶν «προοδευτικῶν». Πῶς ζοῦν οἱ τάλανες οὗτοι χωρίς Θεόν, χωρίς Παναγίαν Μητέρα, χωρίς τήν Σκέπην Της καί χωρίς ἐλπίδα;  Ἡ ζωή των θά εἶναι μία κόλασις˙ μία πρόγευσις τῆς ἄλλης τοιαύτης, τῆς αἰωνίας.
[14] Οἱ ἀρχαῖοι ἠθικοί ἡμῶν φιλόσοφοι ἀνέμενον τήν ἀποκάλυψιν τοῦ ἀληθηνοῦ Θεοῦ καί εἶχον προφητεύσει ἀκόμη καί τό ὄνομα τῆς Μητρός Του, ὡς Μαρία. Ὅρα, Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου, «Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία: Ἡ διά τῆς Θείας Προνοίας προφητευθεῖσα ὑπό τούτου τῆς ἀποκαλυφθείσης ἐκ ταύτης Ἀληθείας», Christian Vivliografia, June 15, 2016, pp. 1-8.
[15] Σειρ. κδ΄ 3. 
[16] Δεῖγμα τοῦ φανατικοῦ ἀνθελληνισμοῦ των εἶναι τά βιβλία τῶν νέων θρησκευτικῶν.
Ἐπίσης, https://paterikiparadosi.blogspot.com/2017/09/blog-post_365.html. Παρόμοια εἶναι καὶ τὰ βιβλία τῶν ἄλλων τάξεων. Πῶς θὰ ἀντιδράσουμε; Θά πρέπει αὐτοί οἱ προδόται ψευδο-ἡγέται νά πᾶνε εἰς τά σπίτια τους διά τό καλόν τῆς χώρας καί τήν σωτηρίαν τῶν Ἑλληνοπαίδων.
[17] «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.» (Ψαλ. 52, 4).
[18] Ἀκόμη καί ὁ «Πλανητάρχης», Donald Trump, ἔχει μηδενικήν δύναμιν καί ἐξουσίαν˙ τά πάντα ἐλέγχονται ὑπό τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, τήν οἰκονομικήν ἐλίτ τῶν Illuminati, ἡ ὁποία ἐλέγχει ἀκόμη καί ἁπάσας τάς μυστικάς ὑπηρεσίας.
[19] Ὡς γνωστόν ἀφῂρεσαν τόν Τίμιον Σταυρόν ἀπό τόν ἱστόν τῆς σημαίας μας καί εἰς τήν θέσιν του ἔθεσαν τήν σφαῖραν τοῦ οἰκουμενισμοῦ (παγκοσμιοποιήσεως). Ἀφῂρεσαν τάς εἰκόνας ἀπό τάς αἰθούσας τῶν Πανεπιστημίων καί τῶν ἄλλων δημοσίων χώρων. Κατήργησαν τήν σημαίαν τῆς ξηρᾶς μέ τόν Σταυρόν καί ἄφησαν ὡς σημαίαν τῆς Ἑλλάδος τήν ἀμερικανίζουσαν σημαίαν μέ ἕναν μικρόν σταυρόν εἰς τό ἄνω ἀριστερόν ἄκρον της, ἕως ὅτου καταργήσουν καί τοῦτον. Ποῖοι εἶναι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ὑποσκάπτουν τά θεμέλια τῆς Ἑλληνορθοδοξίας; Καί διατί κανείς δέν ἀντιδρᾷ; Ὁ μόνος ὅμως, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται δι’ ὅλα αὐτά εἶναι ὁ ἁπλοῦς, ταπεινός, ἀσκητής καί ζηλωτής Ἑλληνορθόδοξος μοναχός. Ἡ ἐπίσημος ἐκκλησία κατέση μισθοτός θεατής καί μόνον˙ καί ὁ  κατευθυνόμενος λαός μας ψηφίζει καί ἐκλέγει ὅλους αὐτούς τούς προδότας διά νά τόν κυβερνοῦν.  Ἡ εὐθύνη τοῦ ψηφοφόρου εἶναι πολύ μεγάλη ἔναντι Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
[20] Ἡσ. ε΄ 20.